Διώνη Ανδρίκου - Κτηνίατρος

Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Η Χάρις…


Στα μάγια που γιατρεύουν τους φόβους μου…




Gustav Klimt, Ανθισμένα Ύδατα



Φεύγω εδώ και αρκετά χρόνια, χτυπημένη από το όνειρο και την ιδέα, απομακρύνομαι σιγά και αθόρυβα, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, φεύγω κι ας είναι άγνωστος ο τόπος της καταγωγής και του προορισμού μου.

Φεύγω αφήνοντας το ομοίωμά μου στη γη να παρακολουθεί τα συμβαίνοντα, θεατής ουδέτερος και νεκρός. Ο νους μου αμέτοχος εποπτεύει τα πάντα, πετώντας πίσω του γνώσεις και εμπειρίες που συνθέτουν μια ζωή-δεν θα έλεγα ολόκληρη ζωή, αφού η γήινή μου ηλικία δεν βρίσκεται ούτε στα νιάτα ούτε στα γηρατειά. Φεύγω κι ακόμη ταξιδεύω, με το εκμαγείο μου καρφωμένο στον κόσμο, ενώ η κόπωση υπονομεύει τη διπλή ζωή μου.

Ουδείς υποπτεύεται το βαθύτερο βάσανό μου, αφού το ομοίωμά μου μετέχει όλων των εκδηλώσεων ενώ εγώ φεύγω στο άγνωστο, φορτωμένη αμφιβολίες. Δεν ξέρω αν στο τέρμα του ταξιδιού μου θα συναντήσω το θεό, αν είμαι έρμαιο μυστικών δυνάμεων ή αν ισχύει το περιβόητο αυτεξούσιο.

[]



Gustav Klimt, Αδάμ & Εύα



Αλήθεια, ξέρετε πόσο ενδυναμώνει η δυστυχία; Αξίζει να αναλύσω αυτή την κατάσταση και να ανατρέψω το απόφθεγμα ότι η δυστυχία αποδυναμώνει, εξευτελίζει κτλ. Όχι η δυστυχία στις υπερήφανες ψυχές δεν μετατρέπεται σε χέρι ζητιάνου ούτε σε αναρριχητικό φυτό, αλλά σε ευθιξία έκπτωτου πρίγκιπα. Κι εγώ υπήρξα ένας πρίγκιπας του ερωτικού αισθήματος, κυρίως του δικού της, γιατί αυτή είχε μια κεραύνια ψυχή.

Δυσπιστούσα, ίσως και να φοβόμουν τον ψυχοβόλο της έρωτα. Ίσως. Μήπως δεν προφυλάγεται όμως κάθε σώφρον άνθρωπος όταν μια δέσμη εκτυφλωτικών ακτίνων τον χτυπά τον χτυπά κατάματα; Κάποτε η άρνησή μου, όχι βέβαια η τελεσίδικη, αφού κι εγώ ανταποκρινόμουν στον έρωτά της-με το σταγονόμετρο, όπως με κατηγορούσε η ίδια-, αυτή η σχετική άρνησή μου που με τα χρόνια έλαβε το πάγιο σχήμα της απόλυτης, την εξανάγκασε να φύγει. Την κατηγορούσα πως έφυγε γιατί δεν έβρισκε πλέον σαρκική ικανοποίηση. Τι πλάνη! Ντρέπομαι και που το αναφέρω, αφού ξέρω καλά πως εκείνη είχε παραδώσει όλη της την ψυχή στον έρωτά μας. Εγώ είμαι ένας λογικός άνθρωπος, αιτιοκράτης. Θεοί και μεταφυσικές ανησυχίες με κάνουν να γελώ, σε αντίθεση με εκείνη, που ερωτοτροπούσε μ’ αυτά τα θέματα χωρίς να αποφασίζει μια ξεκάθαρη στάση. Ίσως πάλι να με τρόμαζε το πολυσύνθετο του χαρακτήρα της σχετικά μ’ αυτές τις νοητικές μετακινήσεις, διότι σε θέματα ήθους ήταν απαρασάλευτη. Μυστικίστρια, άθεη, αγνωστικίστρια, θρησκευόμενη κατά καιρούς, ήταν απ’ όλα ή πιο σωστά, φιγούρες του εαυτού της εξέφραζαν διαφορετικές πνευματικές τάσεις.

Εγώ όμως, ως λογικός αιτιοκράτης, συμπέρανα ότι η πνευματική αστάθεια εδήλωνε ταυτοχρόνως και τη συναισθηματική, άρα είχα δίκιο να μην εμπιστεύομαι τον έρωτα της και να κρατώ επιφυλάξεις και δυσπιστίες, που τη μετέτρεπαν κυριολεκτικά σε ανθρώπινο ράκος.

[]

Μετά τον ερωτικό μας χωρισμό, που εκείνη απεφάσισε, περάσαμε μια περίοδο νευρικών εκρήξεων, κάτι σαν μετασεισμικές δονήσεις.

[]

Στην απόπειρά μου να την παγιδέψω ή να την δελεάσω, της πρότεινα ότι επί πολλά χρόνια είχα αρνηθεί, εγώ, ο σκληροτράχηλος στις αγάπες και τις ικεσίες της. Δεν τα δέχτηκε, όχι από αντεκδίκηση αλλά από κούραση. «Είναι αργά τώρα» μου έλεγε κάθε φορά μαλακά για να μη με προσβάλει. «Τώρα είναι αδύνατον για μένα».

[]

Μου όριζε, αυτή πλέον, να συναντιόμαστε μια φορά την εβδομάδα, ημέρα Σάββατο, πιθανόν για δύο λόγους: πρώτον, σεβόμενη της άλλες ημέρες της εργασίας μου, διετήρησε την ημέρα που εγώ είχα επιβάλει στο παρελθόν, και δεύτερον διότι το Σάββατο σηματοδοτεί την αυστηρά προσωπική ζωή του ατόμου.

Έτσι βρισκόμασταν τα Σάββατα, γεγονός που σήμαινε ότι η προσωπική ζωή και των δυο μας ήταν λευκή.

[]


























Gustav Klimt, Ασημόψαρο



Προσπαθώντας να σπάσω αυτή τη σαββατιάτικη τελετουργία, ζήτησα μερικές φορές να τη δω μία άλλη μέρα της εβδομάδας. Το δεχόταν με κόπο, γεγονός που με έβαζε σε υποψία ότι είχε κάποιον κρυφό εραστή. Στην πραγματικότητα έκοβε, όπως ισχυριζόταν, ένα αυστηρό πρόγραμμα εργασίας.

Ποτέ δεν την πίστευα, μέχρι που στο τέλος ανακάλυπτα την αλήθεια της. «Πίστευέ με» με προειδοποιούσε πάντα «γιατί η δυσπιστία με σκοτώνει». Ξέρω πως τη σκότωνα σιγά σιγά για χρόνια, αλλά μήπως ο υπερβολικός έρωτας δεν είναι μια μορφή κανιβαλισμού; Γι αυτό οι πιστοί τρώνε το θεό τους.

[]

Πέρασαν χρόνια από την ημέρα του ερωτικού μας χωρισμού, κι εκείνη, πάντα σοβαρή και αλύγιστη, δεν άφηνε καμιά χαραμάδα να δω μέσα της κάποια ανάγκη. Με το πέρασμα του χρόνου γινόταν περισσότερο τρυφερή και με διαβεβαίωνε πως ήμουν ο άνθρωπος της καρδιάς της. Μου έταζε επίσης πως, αν δεν θα νυμφευόμουν ή δεν θα δημιουργούσα δεσμό, αυτή θα έμενε παντοτινή «λευκή» σύντροφος, να παρηγορεί τα γηρατειά μου ή να με φροντίζει από τις τυχόν αρρώστιες. «Κι αν νυμφευθώ;» τη ρωτούσα περιπαιχτικά, εγώ που πάντα αρνιόμουν το γάμο εκ πεποιθήσεως. «Τότε τι θα γίνει;» «Δεν θα σε ξαναδώ» απαντούσε ψύχραιμα, κι ήξερα πως το εννοεί. «Δεν θα με χρειάζεσαι τότε». «Δεν χρειάζομαι κανέναν» ανταπαντούσα με κυνισμό. «Ό,τι είναι να συμβεί θα συμβεί. Ας μη δεσμεύουμε το μέλλον». Εκεί χτυπούσα τη φλέβα της διαφωνίας μας. Αυτή σχεδίαζε πάντα όψεις του μέλλοντος, ενώ εγώ αφηνόμουν στη σοφία του καιρού.

[]

Μετά από αρκετά χρόνια κατάλαβα την αρχική της εξήγηση: «εγώ δεν παίζω με τους ανθρώπους. Η θέση μου είναι ξεκάθαρη, η θέλω ή δεν θέλω». Κι εγώ ο ανόητος, ερμηνεύοντας την με βάση τον εαυτό μου, της απέδιδα τεχνάσματα και δεύτερες σκέψεις. Θρεμμένος με την παραδοσιακή ρήση ότι η γυναίκα μηχανεύεται πάντα πλάγιους τρόπους, δεν πίστευα πώς αυτή αποτελούσε εξαίρεση.

[]

Δεν την είδα όμως γριά, δεν με φρόντισε ούτε τη φρόντισα. Δεν υπήρχε πια παρηγοριά για τα γηρατειά, που η φαντασία της σχεδίαζε να προλάβει. Ειδοποιήθηκα από κάποιον συγκάτοικο στην πολυκατοικία της ότι η αγαπημένη μου είχε πεθάνει. Ξαφνικά και απρόσμενα. Ανακοπή καρδιάς, κι ήταν ημέρα Τρίτη.

... ... ...

Ελένη Λαδιά, η Χάρις, Πατάκης 2000


Εργογραφία της Ελένης Λαδιά

Μια κριτική για το τελευταίο της βιβλίο, Ταραντούλα, Εστία 2008

http://www.iklimt.com/

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Το φιλί...



















Το φιλί Gustav Klimt




"Σαν όλα τα φιλιά τους να διαχέονται σε απειράριθμα χρώματα δια παντός."



27/2/2009


Τ.



Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Απόκριες... Ανατροπές... Μαγείες....


Στην Αγγέλα και τον Χρήστο...

Τελετουργίες μαγικές που διασώθηκαν στο άπειρο του χρόνου.
Μύθος… Μυστήριο… Μαγεία…
Στην αποκοτιά των λέξεων, η Αλήθεια
Στο ξεμπρόστιασμα της γλώσσας,η Πραγματικότητα.
Στο απόσταγμα της εμπειρίας, η Αποκριά


Από την αρχαιότητα, η γλώσσα μας διαθέτει πληθώρα ονομάτων για τα μέλη του σώματος που διαιωνίζουν τη Ζωή.
Ονόματα, που αποκαλύπτουν την ποικιλία των αντιδράσεων, προς τα «σεβάσμια» και τα «επαίσχυντα».
Το δέος μπροστά στο μυστήριο της αναπαραγωγής, γίνεται δέος προς τα όργανα αναπαραγωγής.
Δέος και ιλαρότητα
Έλξη και αποστροφή

Τρυφερότητα και φρίκη

Θάμπος και ντροπή

Λατρεία και θεοποίηση
.
Η λατρεία του φαλλού, η οποία διασώθηκε ως το 18ο αιώνα μ.χ και στη Χριστιανική θρησκεία, με αφιερώματα ομοιωμάτων από κερί στους Αγίους Αναργύρους, εμψυχώνει τους σημερινούς φαλλοφόρους συνεχιστές των πανάρχαιων γονιμικών γιορτών.
Στην Ελασσόνα, στον Τίρναβο, στην Κοζάνη, στην Αγία Άννα της Εύβοιας , με τραγούδια αθυρόστομα διακηρύσσουν, πως, όσο ο φαλλός- ο συνεργός κάθε γέννησης-είναι σφριγηλός, δεν έχει ο θάνατος τον τελευταίο λόγο.


Γιορτές και ιεροτελεστίες, με φανερή παγανιστική προέλευση, τελούνται σε διαφορετικούς μεταξύ τους πολιτισμούς, αυτή την εποχή του χρόνου. Η νεοελληνική Αποκριά και το Καρναβάλι του δυτικού κόσμου, περιλαμβάνουν πολλά στοιχεία με ολοφάνερα μαγικές ρίζες και σκοπιμότητα. Μεταμφιέσεις, αλλαγές ρόλων, φωτιές, φαγοπότι, μεθύσι, οργιαστικός χορός, αισχρολογία, διακωμώδηση των πάντων, αλλά και παράλληλη λατρεία και προσφορές στους νεκρούς.
H πρώτη Κυριακή της Αποκριάς, τότε που «μπαίνει το Τριώδι», όπως λέει ο λαός, στην εκκλησιαστική ζωή είναι η Κυριακή «του Τελώνου και του Φαρισαίου». Το Τριώδιον, κατ’ αρχήν, είναι σύστημα Κανόνος, που περιέχει μόνο τρεις ωδές. Στη συνέχεια ονομάστηκε έτσι και το βιβλίο, που περιέχει τις ακολουθίες των ημερών και χρησιμοποιείται από τώρα και μέχρι το Μέγα Σάββατο στις Ακολουθίες. Άρχεται λοιπόν το Τριώδιον και η μέρα αυτή, μαζί με την υπόλοιπη εβδομάδα, ονομάζεται από το λαό «Προφωνέσιμη» ως προαναγγελτική της Αποκριάτικης περιόδου. Τα μασκαρέματα είναι αραιά, οι προετοιμασίες όμως για το γλέντι μπορούν να αρχίσουν. Τον παλιό καιρό, κάθε νοικοκύρης, ζητούσε τρόπους να εξασφαλίσει το «σφαχτό» για την οικογένειά του.

Προφωνούσιμη βδομάδα,

προφωνέσου νοικοκύρη,

κι αν δεν έχει το πουγκί σου,
πάρε πούλα το βρακί σου.

Η δεύτερη Κυριακή, του Ασώτου, ονομάζεται και της «Σφαγαριάς». Σε καιρούς του πραγματικού ανθρώπινου μόχθου και της αληθινής χαράς, κάθε οικογένεια, τούτη τη μέρα θα μάτωνε το ζωντανό που γι’ αυτό το σκοπό ανάθρεφε. Σε πλήρη εναρμόνιση με τον ευαγγελικό λόγο, έσφαζαν «το μόσχο το σιτευτό». Ζητούσαν να ξορκίσουν τη μιζέρια της καθημερινότητας με την αφθονία του Αποκριάτικου τραπεζιού, υπό τη διαρκή όμως εκκλησιαστική επίβλεψη, που δε σημειώνει σήμερα τυχαία τα δεινά του ασώτου, μέσα απ’ την παραβολή της επιστροφής του η οποία συμπυκνώνει όλο το νόημα της χριστιανικής διδασκαλίας στο πρόσωπο του σπλαχνικού Πατέρα.




Η Τρίτη Κυριακή είναι των «Απόκρεω», το Λατινικό «Καρναβάλι» και το Κυπριακό «Σήκωσες ». Αυτή έχει δώσει το όνομα σε ολόκληρη την εορταστική περίοδο. Στην πραγματικότητα, και οι τρεις αυτές λέξεις σημαίνουν, ότι ήρθε η ώρα να σηκωθεί το κρέας από το τραπέζι. Αυτό θα γίνει απόψε το βράδυ. Μέχρι τότε όμως, « μαστόροι» και « καλφάδες» θα φάνε μαζί, όπως τα παλιά τα χρόνια το ‘χε η συνήθεια στην Ήπειρο. Τώρα αρχίζει η προετοιμασία για τη σταδιακή είσοδο στη νηστεία της Σαρακοστή και όσο πλησιάζουμε, τόσο το γλέντι κορυφώνεται. Η μαγεία των ημερών, οι μεταμφιέσεις, οι σάτιρες και οι ανατροπές, παράλληλα με τις προσφορές στους οικογενειακούς νεκρούς δεν απειλούνται διόλου από το επικείμενο πένθος και την απουσία κάθε χαράς.
Η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς λέγεται Τυρινή. Είναι η κατάληξη μιας εβδομάδας που προετοιμάζει τον άνθρωπο για τη νηστεία που θ’ ακολουθήσει. Ο λαός παρετυμολόγησε τ’ όνομά της και την είπε Τρανή, επειδή, όσο προχωράμε προς τη Σαρακοστή, τόσο τρανώνει το γλέντι.

«Τις Μεγάλες Αποκριές (ή τσι Τρανές Αποκριές)
Κουζουλαίνονται κι οι γριές.»

Μασκαρέματα, μιμήσεις, μαντείες. Ανάβουν φωτιές παντού, αλλού τις λένε «Φανούς», αλλού «Κλαδαριές», «Μπουμπούνες», «Καψαλιές», «Χαλαούζιες» ή «Καλολόγους».
Αποδίδουν δύναμη και ιερότητα στις ανοιξιάτικες φωτιές, γύρω τους στήνουν το γλέντι, βγάζουν οιωνούς, μαντεύουν με το μακαρόνι ή με σπυριά σταριού. Τραγουδούν, πολλές φορές με περίσκεψη μπροστά στις μέρες πένθους που πρόκειται να ‘ρθουν.

«Σ’ αυτόν τον κόσμο που ‘μαστε άλλοι τον είχαν πρώτα
εμείς τονε χαιρόμαστε κι άλλοι τον καρτερούνε.

Δώστε του χορού να πάει τούτ’ η γης θα μας εφάει.
Τούτ’ η γης που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε.»

Οι σάτιρες όμως δε σταματούν εδώ…

«Πώς χορεύουν οι γαμπροί, σαν οι λύκοι στο μαντρί»
Η Πρωτονηστίσιμη ή Αρχιδευτέρα, η Καθαροδευτέρα, πρώτη μέρα της Σαρακοστής, δεν υστερεί σε κέφι από τις μέρες της Αποκριάς. Στον Τύρναβο μαγειρεύουν το «Μπουρανί», μια αλάδωτη χορτόσουπα με λίγο ρύζι και λίγο ξύδι. Γύρω απ’ τη φωτιά, πίνουν και τραγουδούν άσεμνα τραγούδια ή πειράζουν τους διαβάτες και τα μέλη της παρέας.

«Σταματήσιτι να ιδού μι
πχιο τραγούδι θέλ' να πούμι.
Τ κιαρατά του μπουρανί,
κιαρατάδις το ' φκειαναν,
μασκαράδις το 'τρουγαν.»


Πάνω στο φρεσκοοργωμένο, κατά την διάρκεια των τελετουργιών, χώμα, μιμούνται την ερωτική πράξη για να φέρουν τη γη σε ευφορία
.
Ακριβώς όπως την εποχή του Όμηρου και του Ησίοδου, που οι άνθρωποι πίστευαν ότι η ένωση της Δήμητρας με τον ήρωα Ιασίωνα πάνω σε τρις φορές οργωμένο χωράφι είχε σαν αποτέλεσμα τη γέννηση του Πλούτου.

Το τέλος όμως της εορταστικής περιόδου έχει φτάσει, σε λίγο θα κηδέψουν τον Καρνάβαλο ή τη γριά Αποκριά.
Στην Κρήτη τον πάνε σε πομπή, και ακολουθούν όλοι οι μασκαράδες ψάλλοντας και μοιρολογώντας.
«Ελάτε και στο ξόδι του κάμετε το σταυρό σας έως τα χτες γλεντάγατε με τούτον στο πλευρό σας. Εμείς ετούτον κλέομεν, εμάς ποιος θα μας κλάψει, όπου το σκορδοκρέμμυδο τ’ άντερα θα μας κάψει.»


Συμβολικά και φυσιολογικά, η Αποκριά και τα ψυχοσάββατα που τη συνοδεύουν, είναι οι μεταβατικές ώρες από το Χειμώνα προς την Άνοιξη.
Μέσα στη χαρά των ημερών, η παρουσία των ψυχών, ποιητική υπόκρουση μνήμης, υπενθύμιση των προγονικών δεσμών, που επιμηκύνουν το μέγεθος της δικής μας ζωής.
Κόρες, σύζυγοι, αδερφάδες και οι πικρές μάνες, σε προσμονή Ανάστασης, ελπίδα αιωνιότητας.
Με τα νεκρώσιμα και τα ψυχούδια, με το κερί και το θυμίαμα θα διαβάσουν τους νεκρούς, θα στείλουν μήνυμα θύμησης.
Ένας-ένας θα μελετηθούν οι αγαπημένοι, θα κουβεντιαστούν, θα ζεσταθούν, θα ‘ρθουν στο ανακάλεσμα. Για λίγο, θα ξεφύγουν από την αιχμαλωσία του Θανάτου, όπως τα μικρά βλαστάρια που ξεμυτίζουν από τη γη που ξανακαρπίζει.

Του Χάρου τάξε χάρισμα
Της Χάρισσας καλούδια

Για να μ’ αφήνουν να ‘ρχομαι

Πολλές βολές το χρόνο.

Τα Φώτα για τον αγιασμό

Και τω Βαγιών για βάγια

Τις Αποκριές για συντροφιά

Για τις χαρές του κόσμου

Και τη μεγάλη τη Λαμπρή

Για το Χριστός Ανέστη


Καλή Σαρακοστή…


Ελένη Λιντζαροπούλου 


Κύρια πηγή: Γεωργίου Μέγα, Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας.

Διαβάστε ακόμη: Γέρων Χαλκηδόνος, Κατηγορώ την υποκρισίαν.

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Μονάκριβή μου...



Μονάκριβή μου εσύ στον κόσμο
μου λες στο τελευταίο σου γράμμα
πάει να σπάει το κεφάλι μου
σβήνει η καρδιά μου

Αν σε κρεμάσουν θα σε χάσω θα πεθάνω
Θα ζήσεις καλή μου θα ζήσεις
η ανάμνησή μου μαύρος καπνός
θα διαλυθεί στον άνεμο

Θα ζήσεις αδερφή
με τα κόκκινα μαλλιά της καρδιάς μου
οι πεθαμένοι δεν απασχολούν πιότερο από ένα χρόνο
τους ανθρώπους του εικοστού αιώνα

Ο θάνατος ένας νεκρός που τραμπαλίζεται
στην άκρη ενός σχοινιού
σε τούτο εδώ το θάνατο
δεν αντέχει η καρδιά μου

Μα να 'σαι σίγουρη πολυαγαπημένη μου
απ' το μαύρο και μαλλιαρό
το χέρι κάποιου φουκαρά ατσίγγανου
περάσει στο λαιμό μου τη θηλειά

Άδικα θα κοιτάνε μες στα γαλάζια μάτια
του Ναζίμ να δουν το φόβο
στο σούρπωμα του στερνού μου πρωινού
θα δω τους φίλους μου κι εσένα

Και δε θα πάρω μαζί μου
κάτω απ' το χώμα
παρά μόνο την πίκρα
ενός ατέλειωτου τραγουδιού

Μέλισσά μου με τη χρυσή καρδιά
με τα μάτια πιο γλυκά απ' το μέλι
τι κάθισα και σου 'γραψα
πως ζήτησαν το θάνατό μου

Η δίκη μόλις άρχισε
δε κόβουν δα και στα καλά καθούμενα
έτσι το κεφάλι ενός ανθρώπου
σαν να 'τανε γογγύλι

Έλα έλα μη μου σκας
όλα αυτά 'ναι μακρινά ενδεχόμενα
έλα και μη ξεχνάς πως η γυναίκα ενός φυλακισμένου
δεν κάνει να 'χει μαύρες έννοιες


Ναζίμ Χικμέτ, απόδοση Γιάννης Ρίτσος.

Ο πίνακας, Erws Night and Wind, είναι του Γιώργου Κόρδη.

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

nyxterini αντιφώνηση...



Αργύρης Εφταλιώτης


Το τραγούδι της ταβέρνας.




Πάρε μαχαίρι κόψε με

Και ρίξε τα κομμάτια μου
μάτια μου
Και ρίξ’ τα μέσα στον γιαλό
Απ' την στιγμή που μ’ άφησες
Τον κόσμο αυτόν σιχάθηκα
Χάθηκα
Και δεν ελπίζω πια καλό

Αν βάζεις τώρα τ’ άσπρα σου
Και τα μαλαματένια σου
Έννοια σου
Θα ‘ρθει ο καιρός που θα θρηνείς
Που θα σταθείς στο μνήμα μου
Να πεις ένα παράπονο
Κι άπονο
Θα με βρεις όσο κι αν πονείς

Πάρε φωτιά και κάψε με
Κι αντάμα με την στάχτη μου
τ’ άχτι μου
Μες στα πελάγη να σκορπάς
Να μην σε βρει το κρίμα μου
μαριόλα Ηπειρώτισσα
Ρώτησα
Και μού’ παν άλλον αγαπάς.

Φυλλάδες του Γέρο Δήμου, απόσπασμα...



Τόνια... Ένα κορίτσι που έκανε την ελπίδα μου να ανθίσει.


Έτσι όπως είσαι ξαπλωμένη στο χείλος της απόγνωσης…

Με τα χίλια δυο προσωπικά σου αδιέξοδα και τις απώλειες, μια αχτίδα ξανοίγει στα σκοτάδια.

Ένα κορίτσι η Τόνια…



Ένα κορίτσι που δεν μένει σε λόγια και ευχολόγια, αλλά προτίθεται να ενεργήσει…

Δεν αφήνεται στην ενοχή ή την ανοχή, δίνει ένα ηχηρό χαστούκι στην απραξία μας.

Αποφασίζει και προχωρά λέγοντας:


"Ζητώ συγγνώμη.......


Στο email μου θα δέχομαι μηνύματα από ανθρώπους που νιώθουν πως βουλιάζουν...και θέλουν να σηκωθούν και χρειάζονται βοήθεια. Υπάρχει λύση αρκεί να βρεθεί η θέληση να την αναζητήσει κανείς."


Διαβάστε τις σκέψεις της εδώ...



Σ’ ευχαριστώ Τόνια…κάνεις την ελπίδα μου να ανθίζει.


Τ.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Το σπίτι μας, ή μάλλον … Εμείς…

Στη Σία



Για να μπορέσει κανείς ν’ αντιληφθεί τα πράγματα και τι θέλω να πω για μας, για την οικογένειά μου δηλαδή, πρέπει να καταλάβει τη δομή των οικογενειών που δεν έχουν μυστικά. Είναι πολλές τέτοιες. Τις συναντάς στην ελληνική επαρχία και στις γειτονιές των μεγάλων πόλεων που λειτουργούν σαν ελληνική επαρχία. Δρόμοι όχι πολύ φαρδιοί. Μικρά οικόπεδα. Μικρά σπίτια, που γειτονεύουν οι φωνές κι οι μυρωδιές τους, όχι μόνο οι τοίχοι τους. Άνθρωποι που γνωρίζουν ο ένας τις συνήθειες και την καταγωγή του άλλου.
Εμείς, λοιπόν, κατοικούσαμε σε μια μεγάλη μονοκατοικία με αυλή, στην Κοκκινιά. Πράσινο ανοιχτό λαδομπογιά η σιδερένια αυλόπορτα με ανάγλυφα το μονόγραμμα του παππού.
Α! Βάζανε τα αρχικά των ανδρών στις αυλόπορτες, στις κάρτες, στα μαξιλάρια και ξεμπερδεύανε μαζί τους. Τους καθορίζανε μέχρι που φτάνει το αντίκρισμα της βασιλείας τους και ξεμπερδεύανε μ’ αυτούς μια για πάντα.
Στο πεζοδρόμιο είχαμε δυο ελιές αλλά μέσα είχαμε μεγάλο κήπο. Τριανταφυλλιές, βασιλικά, μελιτζάνες ντενεκέδες φυτεμένοι με εποχιακά λουλούδια, φτέρες, πρασινάδες και φυλλόδεντρα, μια λεμονιά, μια ροδιά και μια τεράστια τζανεριά πάνω από τη βρύση. Μια μακρόστενη αυλή σε δυο επίπεδα και το σπίτι αριστερά και στο βάθος σε σχήμα γάμα.
Κάποια ιδιαίτερη αγάπη θα ’χανε όλοι τους να δεις στο πράσινο γιατί και τα χαμηλά μέρη του σπιτιού και τα παράθυρα και οι κορνίζες γύρω από τις πόρτες ήταν όλα πράσινα. Μόνη αντίθεση τα κεραμίδια κι οι ασορτί μ’ αυτά βούλες που προσεκτικά ζωγράφιζε η μάνα μου πάνω στις πήλινες γλάστρες και τους γκαζοντενεκέδες. Το σπίτι χτίστηκε το 1936 και είχε σίγουρα μέχρι τώρα πάνω του τριάντα στρώσεις χρώμα. Τόσο συχνά βάφανε, που η κλειδαριά της έξω πόρτας είχε στενέψει από τα πολλά χέρια λαδομπογιά. Δε χωρούσε πια να μπει το κλειδί και κλείναμε μόνο με το σύρτη ή δεν κλείναμε καθόλου.
Χτες που είχα πάει να δω τη γιαγιά, κοίταζα το χρώμα. Από τότε που πέθανε η μαμά σα να είχε χαθεί το πράσινο από τη ζωή μας. Αλλά ας μην τα μπερδεύω...
Οι πέτρινες μάντρες γύρω γύρω προσεκτικά αρμολοïμένες, το τσιμεντένιο τους σαμάρι βαμμένο πράσινο και πάνω τους περίτεχνο καγκελάκι με χι και γάμα όπως το μονόγραμμα της πόρτας. Μια μικρή βρύση δίπλα στην είσοδο, είχε το λάστιχο που ποτίζαμε μόνιμα στερεωμένο πάνω της.
Για χρόνια η γιαγιά προσπαθούσε να εμποδίσει τις διαρροές του τυλίγοντας, σφιχτά, κουρελάκια γύρω του. Τόσο σφιχτά, που έλεγες: «Που τη βρήκε τόση δύναμη αυτή η γυναίκα;» για ν’ απαντήσεις ύστερα μόνος «απ’ τη ζωή». Στην πραγματικότητα δεν ήταν δύναμη, όχι, ήταν επιθυμία να περάσει το δικό της.
«Μαμά», της έλεγε η μάνα μου, «θα βάλουμε ένα σφικτήρα και θα είναι εντάξει».
Του κάκου. Η Κίτσα ήθελε κουρελάκι. Κίτσα ήταν η γιαγιά, από το Κυριακή.
Όταν ζούσε το μονόγραμμα, ο παππούς, δεν ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Μόνο που τότε έπρεπε να πείσουν και τον κόσμο πως ο παππούς ήταν σύμφωνος με τα κουρελάκια. Για την ακρίβεια, όλοι υποδύονταν πως, όχι μόνο τα ήξερε τα κάθε λογής κουρελάκια ο παππούς, αλλά και τους τα είχε επιβάλλει. Πού να δείτε τι έπαθε ο άνθρωπος όταν ήρθε και τον έσφιξε στο λαιμό το κουρελάκι του χωρισμού και της μάνας μου και του θείου μου. Αλλά είπαμε σιγά σιγά, μην τα μπερδεύω.
Η γιαγιά, αποφάσισε μια μέρα να κάνει τη λεμονιά της αυλής να βγάζει πορτοκάλια. Έπιασε λοιπόν ένα μπόλι από πορτοκαλιά, χάραξε τον κορμό της λεμονιάς σε σχήμα ταυ, το έχωσε μέσα και το έδεσε σφιχτά με ένα κουρελάκι. Το μπόλι υπάκουσε και άνθισε. Σε δύο χρόνια μια λεμονοπορτοκαλιά κάρπιζε στο περιβόλι μας. Την τεχνογνωσία αυτή, η γιαγιά την έκανε εξαγωγή. Πρώτα πρώτα στο εργοστάσιο που δούλευε, ύστερά στις γειτόνισσες της θείας κοντά στη δεξαμενή και κατόπιν στη γειτονιά μας.
Η γιαγιά βέβαια δεν έμαθε τις γειτόνισσες μόνο να μπολιάζουν. Αλλά αυτά θα σας τα πω με τη σειρά τους διότι άπτονται της πολιτικής και θέλουν το κατάλληλο χρωματικό φόντο, μαύρο.
Κάτω απ’ τη ροδιά είχαμε μια μικρή παιδική κούνια. Μου την είχε φέρει ένα Πάσχα δώρο, ο παππούς ο Στράτος. Τι χαρές; Μ’ ενοχλούσε που τα άλλα παιδιά στη γειτονιά είχανε καινούρια παιχνίδια, ποδήλατα, κούκλες, μπάλες. Δε ζήταγα ποτέ παιχνίδια. Δηλαδή, για να λέμε την αλήθεια, δε ζήταγα ποτέ τίποτα. Δεν ξέρω πως το είχα καταφέρει αυτό. Δε ζήταγα, μόνο ήθελα. Και σα να είχε φωνή η επιθυμία μου αποκτούσα ότι ήθελα. Όχι πως ένοιωσα ποτέ να μου φτάνουν αυτά που αποκτούσα. Ίσως γιατί όλοι με κοίταζαν κάπως… Με οίκτο;
Εμένα, για να μπορώ να κάνω κούνια, η γιαγιά είχε δέσει διπλό ένα σκοινί από τη τζανεριά έτσι που έκανε δυο θηλιές προς τα κάτω και για κάθισμα του είχε στερεώσει ένα- κομμάτι κουρελού. Ο παππούς ο Στράτος, με έβλεπε που κάθε τόσο έσπαγα το σκοινί από τη φόρα και τη δύναμη που έβαζα και αποφάσισε να μου φέρει μια κατακόκκινη σιδερένια κούνια.
Έφερνε πολλά στο σπίτι ο παππούς ο Στράτος. Ρούχα, γλυκά, παιχνίδια, όλο δώρα ήτανε. Μα δεν τον αγαπούσα. Όλα τα πράγματά μου χαλάγανε μπροστά στα μάτια του κι εκείνος έτρεχε να μου τα αντικαταστήσει. Αργότερα, όταν μεγάλωσα, επίτηδες το έφερνα έτσι που κάθε μου δυσκολία φανερωνόταν μπροστά του. Ύστερα, έμενα σιωπηλή σα να του υπαγόρευα βουβά τι ήθελα να κάνει κι εκείνος, απλά το έκανε. Απλά.
Έτσι ήταν ο παππούς ο Στράτος, έκανε τα πράγματα απλά και φυσικά κανείς δεν του χρωστούσε χάρη για τίποτα. Τα έδινε όλα χωρίς να του τα ζητήσουμε, τον αρμέγαμε κανονικά δηλαδή και στο τέλος τον είχαμε πείσει πως δική του ανάγκη ήταν όλη αυτή η προσφορά, εμείς δεν είχαμε ζητήσει τίποτα.
Αχ! Κακομοίρη Στράτο.
Του τα λέγανε η μάνα και οι αδερφές του. «Σε αρμέγουνε εκεί μέσα Στράτο…», αλλά αυτός, απλά, αγαπούσε. Όταν τους συνέλαβα στο κρεβάτι με τη γιαγιά, ήμουνα πιτσιρίκα, στο δημοτικό.
Ήξερα τι κάνανε. Μου τα είχε μάθει η Ελπίδα, κόρη μιας συμπεθέρας. Μας βάζανε οι μανάδες μας να κοιμηθούμε μαζί τα Κυριακάτικα μεσημέρια του καλοκαιριού κι εμείς χαϊδευόμασταν μέχρι που πέφταμε ξερές για ύπνο. Το γιατρό τον παίξαμε αργότερα με κάτι αγοράκια της γειτονιάς και κάτι ξαδέρφια.
Εμείς, όπως τα περισσότερα κορίτσια αλλά δεν το λένε, παίξαμε πρώτα τη «νοσοκόμα». Γλυκό και ακίνδυνο.
Τα μεσημέρια της Κυριακής μύριζαν γιουβέτσι. Μαζευόμασταν όλοι γύρω από το τραπέζι, ήταν η μόνη μέρα που τρώγαμε όλοι μαζί. Ήταν γιορτή!
Ως που σκοτώθηκε ο Γιώργος μας. Τροχαίο. Ο Γιώργος μας, ο πιο όμορφός μας μ’ εκείνα τα σαρκώδη χείλια κι εκείνα τα ονειροπόλα μάτια… Μ’ εκείνο το αγαλματένιο κορμί…
Ψήλωνε τόσο γρήγορα ο Γιώργος μας, έφταιγε ο αθλητισμός, έριχνε ακόντιο. Στα δεκάξι του βγάλαμε το μικρό φεγγίτη από το πανωκάσι της πόρτας για να μην κουτουλάει. Στα δεκαεπτά σκοτώθηκε. Μ’ εκείνη την άτιμη, την καταραμένη βέσπα.
Η γιαγιά τρελάθηκε. Το αγόρι της; Το στερνοκούνι της; Το παιδί του έρωτά της;
Δεν ξαναμύρισε στο σπίτι γιουβέτσι, δεν ξαναγιορτάσαμε, δεν ξανακάτσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι. Η Κίτσα έγινε Κυριακή, κάθισε σε μια καρέκλα στο μέσα δωμάτιο, και δεν ξανασηκώθηκε από κει πέρα.
Τα καλοκαίρια την βγάζαμε με την καρέκλα στην αυλή, να την δει λιγάκι ο ήλιος, μπας και… Αλλά πού;
Είχε βλέπεις καρφωθεί καλά στο μυαλό της ότι, ο Γιώργος μας, το όμορφο το μοναχοαγόρι μας, σκοτώθηκε εξαιτίας της. Εξαιτίας της αμαρτίας της που τον είχε πιάσει με τον παππού το Στράτο.
Δεν ξαναμίλησε σε κανέναν από τότε. Έτρωγε με το στανιό, κι άμα τόλμαγε να τη ρωτήσει κανείς; «Τι κάνεις Κυριακή;», «σκατά στραγγίζω» του απάνταγε και μουντζωνότανε.

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

Σαν...Καλημέρα.







"Η ποίηση είναι η αυθεντικότερη γλώσσα, δηλαδή νηπιακή γλώσσα,[…]. Κάθε ποιητής μιλάει σαν νήπιο, δηλαδή ακατανόητα για κείνους που έχουν ξεχάσει την πρώτη τους, την πιο αληθινή γλώσσα."


Δ.Π.Παπαδίτσας



... ... ...


Η εποχή μας αποστρέφεται την Ποίηση...την σκοτώνει.

Ο Λόγος της, είναι λόγος προσμονής και διάρκειας μυστικός, είναι ιερουργία σε ανίερους και βέβηλους καιρούς και χρόνους.


"ό εωράκαμεν και ακηκόαμεν απαγγέλομεν υμίν, ίνα και υμείς κοινωνίαν έχητε μεθ’ υμών."


Ιωάννου Α΄


Προσεγγίζοντας πρώτη φορά το "Εν Πάτμω" και διερευνώντας τα θρησκευτικά του στοιχεία και τις επιδράσεις από τον Ιερό Τόπο και από τον Αιώνιο Λόγο, παρουσιάστηκε η ανάγκη της πιο ουσιαστικής γνωριμίας με το σύνολο της ποίησης του Δ.Π.Παπαδίτσα. Η ανάγκη αυτή έγινε κατόπιν επιθυμία για μοιρασιά. Τόσο που έφτασε να αποτελεί τον πρώτο στόχο.

Για την ποίηση του Παπαδίτσα μίλησαν διακεκριμένοι άνθρωποι των γραμμάτων, όπως ο Ανδρέας Καραντώνης, και μάλιστα στις σελίδες ενός ολόκληρου βιβλίου αφιερωμένου σ’ αυτό το θέμα. Γράφτηκαν πολλές κριτικές… Του απονεμήθηκαν βραβεία…

Ο ίδιος, ευτυχώς, είχε τη συνήθεια να γράφει για την ποίησή του και την ποίηση γενικά. Αυτά τα κείμενα αποτελούν, για κάθε μελετητή, οδηγό πλοήγησης στη σκέψη και το λόγο του. Βρίσκονται συγκεντρωμένα στο πολύτιμο "Ως δι εσόπτρου", εκδόσεις Αστρολάβος / Ευθύνη, Αθήνα 1989.

Βαθειά επίσης μελέτη της ποίησης του αποτελεί το βιβλίο της Ελένης Λαδιά "Ο Αγαπημένος του Όντος", εκδόσεις IMAGO, Αθήνα 1984.

Τ.



Γραπτό στη Δήλο.

Ερμηνεία Δεύτερη ΙΙΙ

Οι μικρές κατά διαλείμματα σιωπές

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

Παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο...






" " Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο

κουρεμένο κεφάλι όνειρο ακούρευτο
ποδιά με σταυρωμένες άγκυρες.
Μπράτσο του πεύκου γλώσσα του ψαριού
αδερφάκι του σύννεφου!


Κοντά σου είδες ν' ασπρίζει ένα βρεμένο βότσαλο,

άκουσες να σφυρίζει ένα καλάμι.
Τα πιο γυμνά τοπία που γνώρισες,
τα πιο χρωματιστά.


Βαθιά-βαθιά ο αστείος περίπατος του σπάρου,

ψηλά-ψηλά της εκκλησίτσας το καπέλο
και πέρα-πέρα ένα βαπόρι με φουγάρα κόκκινα.


Είδες το κύμα των φυτών όπου έπαιρνεν η πάχνη,

το πρωινό λουτρό της το φύλλο της φραγκοσυκιάς,
το γεφυράκι στη στροφή του δρόμου
αλλά και τ' αγριοχαμόγελο.


Σε μεγάλους χτύπους δέντρων.

Σε μεγάλα λιοστάσια παντρειάς
εκεί που στάζουν από τα ζουμπούλια δάκρυα.
Εκεί που ανοίγει ο αχινός τους γρίφους του νερού,
εκεί που τ' άστρα προμηνούν τη θύελλα.


Παιδί με το γρατσουνισμένο γόνατο

χαϊμαλί τρελό σαγόνι πεισματάρικο.
Παντελονάκι αέρινο,
στήθος του βράχου κρίνο του νερού.
Μορτάκι του άσπρου σύννεφου! " "



Οδυσσέας Ελύτης







Φυσικά εμένα, παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο... εμένα μη μου επιτρέψεις τίποτα.


Τ.

16/2/2009











Φωτογραφίες: Constantine Manos, Miguel Rio Branco








Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

"Αντιμετώπισα άγρια πράγματα. Αλλά δεν κάκιωσα"






Είναι κάτι μέρες στη ζωή, που πικραίνεσαι όχι ως άνθρωπος γενικά, αλλά ως γυναίκα. Πας και κουκουβιάζεις λοιπόν στη γωνίτσα της σιωπής σου και ξεπλένεσαι με δάκρυα χωρίς να μιλάς.

Αν έχεις τύχη, εκείνες τις ώρες, συναντάς μιαν άλλη, γυναίκα κι αυτή, που θα ήθελες να την αφήσεις να μιλήσει εκείνη αντί για σένα.


Σήμερα είναι μια τέτοια μέρα και σήμερα θέλω να μιλήσει αντί για μένα η Αλέκα Παΐζη. Μια γυναίκα με σπάνιο ερωτισμό, αλήθεια και θηλυκότητα. Μια γυναίκα με σπάνια τέχνη, γενναιοδωρία, ειλικρίνεια και αισιοδοξία.


σε εισαγωγικά:

«Πριν παντρευτούμε με τον άντρα μου, του μήνυσα ότι δεν ήμουν παρθένα.
Κι εκείνος μου μήνυσε πίσω: “Δεν πειράζει. Φοβόμαστε τα αίματα…”
Αργότερα χωρίσαμε. Έχω την εντύπωση ότι του κόστισε πολύ ο χωρισμός. Παραμονές της χούντας, αρρώστησε σοβαρά.
Πήγα να τον δω, του κρατούσα ένα λουλουδάκι.
Πέθανε την άλλη μέρα.
Η αδελφή του μου είπε ότι, πριν πεθάνει, τους είπε: “Πάρτε τα όλα κι αφήστε μου μόνο αυτό το λουλουδάκι της γυναίκας μου”».



Αντιγραφή από τον έντυπο Ταχυδρόμο της 14/2/20ο9. Η συνέχεια εδώ...

Η φωτογραφία από το LIFOLAND, είναι του Τάκη Διαμαντόπουλου.

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

"Ρόπαλα" στο διαδίκτυο ή Θα σου κλείσω το στόμα, παλιοBloger, με χίλια "φιλιά"...

























διαβάστε στην ATHENA

Όταν τον δείτε, σε μένα να το πείτε
να πιάσουμε αυτόν τον βρωμοαναρχικό
που όνειρα βλέπει και τα ορμηνεύει
με το δικό του το λιτό μυαλό.

Όταν τον δείτε, σε μένα να το πείτε
να πιάσουμε αυτόν τον ταραχοποιό
που όλα τα σπάει και αντιμιλάει
για το δικό του τον τρελό σκοπό.

Όταν τον δείτε, σε μένα να το πείτε
να πιάσουμε αυτόν τον τρομοκρατικό
που δεν τιμάει κι αντίθετα πάει
στην τάξη που όλο επιβάλλω εγώ.

Κι άμα τον δείτε και δεν το πείτε
να πιάσουμε αυτόν τον βρωμερό εχθρό
θα βάλω μάτια κι άλλα μάτια
και θα σας βρώ εδώ ή αλλού εγώ.

Κι άμα τον δείτε κι αν δεν τον δείτε
κι άμα το πείτε κι αν δεν το πείτε
θα βάλω μάτια αυτιά
και θα σας βρω εγώ.


"Όταν τον δείτε", από την πρόσφατη δισκογραφία του Δημήτρη Ζερβουδάκη: "Περί μπάζων και λοιπών απορριμμάτων"


Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

F.G.Lorca... Αισθαντικός και ευάλωτος άνδρας γι αυτό και αγαπημένος των Γυναικών. Αφιερωμένο σ'όλους εκείνους που μπορούν να πεθάνουν για τον έρωτα .












Νύφη


Στα πανηγύρια να με γυρίζεις

να’ μαι η ντροπή κάθε γυναίκας,

κι οι άνθρωποι να με κοιτάνε

με τα σεντόνια του γάμου μου

σα φλάμπουρα στον αέρα.


Λεονάρντο


Το ξέρω. Έπρεπε να σ’ αφήσω,

αν είχα νου για να σκεφτώ.

Μα από κοντά σου δεν μπορώ

να φύγω πια. Κι εσύ, το ίδιο.

Δοκίμασε. Καν’ ένα βήμα.

Καρφιά του φεγγαριού καρφώσαν

τη μέση μου με τους γοφούς σου.



(Όλη αυτή η σκηνή είναι βίαιη, γεμάτη μεγάλο αισθησιασμό.)



Από τον "Ματωμένο Γάμο" του F.G.Lorca, σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου.

Οι σκηνοθετικές οδηγίες είναι του ίδιου του Ποιητή.

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...
Ένα κείμενο επίκαιρο, αντίδοτο στην βλακεία που διεκδικεί εύσημα πατριωτισμού... με ένα "κλικ" στην εικόνα διαβάστε το...

Μάθε πόσο μετράει η υπογραφή σου...