Διώνη Ανδρίκου - Κτηνίατρος

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

Στους nyxterino-us διαλόγους…

«Το σκοτάδι, πάντα εξαρτάται από το βάθος και το φως...
Για Θάλασσες μιλώντας πάντα.»

Strange kind of woman…


Γνώρισα κάποτε έναν τύπο…
Απίστευτος.
Drummer and Dreamer…
Απίστευτος άνδρας και απίστευτος συνδυασμός. Λιγωτικός.

Ήμουν δεν ήμουν είκοσι χρόνων. Ατίθαση, απρόβλεπτη, περιπαιχτική και παιχνιδιάρα, αγρίμι και με άποψη. Ό,τι ήταν δηλαδή τα κορίτσια της γενιάς μου τότε.
Πολιτικοποίηση και ποίηση…
Αρπάζαμε τον ουρανό από τις άκρες του και τον κάναμε Ζωή.
Πρώτα νοιώθαμε και ύστερα ζούσαμε.
Μας συνέπαιρναν οι έρωτες, οι ιδέες και οι σημαίες.
Κι αν κάποιες φορές-συχνά δηλαδή-τσαλακώναμε τα φτερά μας, τιναζόμασταν, σαν να μην πάθαμε τίποτα. Κόντρα στην αλήθεια και στη γνώση της, κόντρα σ’ εκείνους που ήθελαν να μας κόψουν τα φτερά και τη φόρα.

Είχε ένα κόκκινο φορτηγάκι και δεν είχε ούτε μια δραχμή στην τσέπη.
Περάτης, πειρατής και ποιητής… ίδιος άνεμος.

Συναντηθήκαμε σε μια συναυλία, έπαιζαν κάτι φίλοι, γνωριστήκαμε.
Τι γύρευε ο Θεός στη συναυλία; Να με ξελογιάσει μάλλον.
Όλη τη νύχτα δεν πήρε από πάνω μου τα μάτια του.
Το κορμί μου σειόταν σαν να είχα όλους τους πυρετούς της γης και έναν παραπάνω.
Δεν ήταν δυνατόν να χτυπούν τα δόντια μου στη θέα του…
Ήταν… Ήταν…

Δεν χρειάστηκε να κάνω τίποτα. Ο τριαντάρης Drummer and Dreamer Θεός, έπεσε σα λάσπη στα παπούτσια μου.
Μετά το τέλος της συναυλίας, φύγαμε μαζί.
Έκαιγα. Δεν είχα ποτέ φιληθεί «έτσι»…
Όλη μου η νιότη όρμησε στη φωτιά του. Ήθελα να κατακτήσω και να κατακτηθώ. Ήθελα να καώ. Νόμιζα πως ήταν ανέξοδο.
Χημεία; Χημεία… όπως θέλετε πείτε το.
Όλο μου το παράφορο ήταν στα χέρια του.
Τον αυλάκωνα με τα μάτια μου, τον δάγκωνα με το νου μου, χάραζα πορείες μυστικές στο κορμί του με τις παλάμες μου.
Strange kind of woman με φώναζε. Ίσως και να τον παραξένευα λιγάκι έτσι εύκολα που είχα παραδοθεί… Εμένα αυτή του η προσφώνηση με πέθαινε γλυκά. Με κολάκευε. Με έκανε να νοιώθω γυναίκα.

«Είχα γεννηθεί για ν’ αλητεύω από την αγκαλιά του Ίμερου στο στόμα του Έρωτα. Ποτέ το αντίθετο.»

Μαγευόμουν. Ήταν ένα όνειρο. Ονειρευόταν και πρωταγωνιστούσα εγώ. Ήμουν η Κυρά των λογισμών και των στίχων του. Κόσμους άλλους ονειρευόταν, καθάριους, πολύτιμους. Το αύριο ξαπλωμένο στον ήλιο, φωτισμένο απ’ τ’ ολόδροσο γρασίδι. Το ατρόμητο μέλλον. Όμορφο, γεμάτο ξανθόμαλλα παιδιά, να του μοιάζουν.
Τον ερωτεύτηκα.

Έχτιζα στην καρότσα του φορτηγού τα όνειρα, δεν ήξερα πως έτσι τους έδινα τη δυνατότητα να πεθάνουν σε τροχαίο.

Κάποιο απόγευμα, πήγα στο χώρο που έκαναν πρόβες με το συγκρότημα. Έναν μισόφωτο χώρο, γεμάτο μουσικές και άρωμα κεριών. Ήταν και ο κιθαρίστας εκεί και η κοπελιά του. Μια πρασινομάτα κούκλα, λίγο χαμένη στον κόσμο της.
Πήγαινα συχνά εκεί, αλλά πρώτη φορά τους συναντούσα.
Κάτι στην ατμόσφαιρα, κάτι στο ύφος και του κιθαρίστα και του Drummer μ’ έκανε να νοιώθω άβολα.
Ιδέα μου θα είναι, είπα.

Όταν βρέθηκα να παλεύω άγρια με δυο άντρες και μια πρασινομάτα, έπαψα να λέω.
Τα νύχια μου ξέσκιζαν τις σάρκες τους, τα δόντια μου μάτωναν τα χείλη τους, οι παλάμες μου άρπαζαν με λύσσα τα μαλλιά τους.

Κατόρθωσα κι έφυγα.
Ακόμη, δεν μπορώ να ξεφύγω από την αίσθηση και το αίσθημα της βίας…
Αμφίδρομη βία, ισοπεδωτική.

Οι «Strange kind of woman», φίλε, δεν είναι για παρτούζες.
Είναι για να την πατάνε και να ερωτεύονται. Είναι.
Είναι ηλίθιες για να εμπιστεύονται «Dreamer» και ποιητές… Είναι.
Δεν είναι όμως του χεριού σου αν δεν θέλουνε.
Σου παραδίνονται, δεν τις «παίρνεις».


Τ.

6/2/2009



Θεατρικοί μονόλογοι. Σχεδίασμα λάθους 2

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...
Ένα κείμενο επίκαιρο, αντίδοτο στην βλακεία που διεκδικεί εύσημα πατριωτισμού... με ένα "κλικ" στην εικόνα διαβάστε το...

Μάθε πόσο μετράει η υπογραφή σου...