Διώνη Ανδρίκου - Κτηνίατρος

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Δίκτυο για τον Πολιτισμός και την Εκπαίδευση στις Φυλακές "Γεώργιος Ζουγανέλης"

Η Εκπαιδευτική Κοινότητα, και ειδικότερα ο χώρος της Εκπαίδευσης εντός Φυλακών, έχασε ένα από τα πιο εξέχοντα μέλη της. Τον Γεώργιο Ζουγανέλη, ο οποίος, από την ίδρυση του, το 2005, και μέχρι τον αιφνίδιο θάνατό του, στις 30 Ιανουαρίου 2016, υπήρξε Διευθυντής του ΣΔΕ των Φυλακών Κορυδαλλού.
Η απώλειά του, ανήμερα των Τριών Ιεραρχών, εορτή της εκπαίδευσης και των Δασκάλων, γέμισε πόνο και θλίψη όχι μόνο την οικογένεια και τους φίλους του αλλά και την καρδιακή του οικογένεια, τους μαθητές του, εντός και εκτός Φυλακών.
Ο ατσάλινος χαρακτήρας και η αφοσίωση του ανθρώπου που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε, δεν μας επιτρέπουν μόνο να πενθούμε, πρέπει να κάνουμε πράξη – οφείλουμε στην μνήμη του να κάνουμε πράξη – το όραμα της καθολικής εκπαίδευσης των κρατουμένων. Να μετατρέψουμε δηλαδή τους θύτες σε μα-θητές, όπως του άρεσε να λέει.
Για τον σκοπό αυτό, φίλοι και συνεργάτες του από όλη την Ελλάδα, συνάδελφοι του από τον χώρο των ΣΔΕ και της εκπαίδευσης εντός φυλακών, καλλιτέχνες από όλους τους χώρους, άνθρωποι που μας άγγιξε η ξεχωριστή του προσωπικότητα, ιδρύουμε το Δίκτυο για τον Πολιτισμό και την Εκπαίδευση στις Φυλακές «Γεώργιος Ζουγανέλης».
Σκοποί του δικτύου είναι, όπως αναφέρεται στο καταστατικό:
«Η στήριξη και προώθηση του Πολιτισμού και της Εκπαίδευσης στα Σωφρονιστικά Καταστήματα της Χώρας, η στήριξη του Εκπαιδευτικού έργου εντός των Φυλακών και η υποστήριξη των κρατουμένων και των αποφυλακισθέντων οι οποίοι επιθυμούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε όλες τις βαθμίδες Εκπαίδευσης».

Όσοι ενδιαφέρεστε να γνωρίσετε την δράση του Δικτύου «Γεώργιος Ζουγανέλης», μπορείτε να επισκεφθείτε το ιστολόγιο: http://diktiogeorgioszouganelis.blogspot.gr/

Το λογότυπο του Δικτύου είναι έργο καταρτιζόμενου του ΔΙΕΚ των Φυλακών Κορυδαλλού. 


Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

“Χωρίς στεφάνι”, από τα Πασχαλινά Διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


Τάχα δεν ήτον οικοκυρά κι αυτή στο σπίτι της και στην αυλήν της; Τάχα δεν ήτο κι αυτή, έναν καιρόν, νέα με ανατροφήν; Είχε μάθει γράμματα εις τα σχολεία. Είχε πάρει το δίπλωμά της από το Αρσάκειον.
Κι ετήρει όλα τα χρέη της τα κοινωνικά, και μετήρχετο τα οικιακά έργα της, καλλίτερ’ από καθεμίαν. Είχε δε μεγάλην καθαριότητα εις το σπίτι της, κι εις τα κατώφλιά της, πρόθυμη ν’ ασπρίζη και να σφουγγαρίζη, χωρίς ποτέ να βαρύνεται, και χωρίς να δεικνύη την παραξενιάν εκείνην ήτις είνε συνήθης εις όλας τας γυναίκας, τας αγαπώσας μέχρις υπερβολής την καθαριότητα. Και όταν έμβαινεν η Μεγάλη Εβδομάς, εδιπλασίαζε τα ασπρίσματα και τα πλυσίματα, τόσον οπού έκαμνε το πάτωμα ν’ αστράφτη, και τον τοίχον να ζηλεύη το πάτωμα.
Ήρχετο η Μεγάλη Πέμπτη και αυτή άναφτε την φωτιάν της, έστηνε την χύτραν της, κι έβαπτε κατακόκκινα τα πασχαλινά αυγά. Ύστερον ητοίμαζε την λεκάνην της, εγονάτιζεν, εσταύρωνε τρεις φοραίς τ’ αλεύρι κι εζύμωνε καθαρά και τεχνικά της κουλούραις, κι ενέπηγε σταυροειδώς επάνω τα κόκκινα αυγά.
Και το βράδυ, όταν ενύχτωνε, δεν ετόλμα να πάγη ν’ ανακατωθή με τας άλλας γυναίκας διά ν’ ακούση τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Ήθελε να ήτον τρόπος να κρυβή οπίσω από τα νώτα καμμιάς υψηλής και χονδρής, ή εις την άκραν ουράν όλου του στίφους των γυναικών, κολλητά με τον τοίχον, αλλ’ εφοβείτο μήπως γυρίσουν και την κυττάξουν.
Την Μεγάλην Παρασκευήν όλην την ημέραν ερρέμβαζε κι έκλαιε μέσα της, κι εμοιρολογούσε τα νειάτα της, και τα φίλτατά της όσα είχε χάσει, και ωνειρεύετο ξυπνητή, κι εμελετούσε να πάγη κι αυτή το βράδυ πριν αρχίση η Ακολουθία ν’ ασπασθή κλεφτά-κλεφτά τον Επιτάφιον, και να φύγη, καθώς η Αιμόρρους εκείνη, η κλέψασα την ίασίν της από τον Χριστόν. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, όταν ήρχιζε να σκοτεινιάζη, της έλειπε το θάρρος, και δεν απεφάσιζε να υπάγη. Της ήρχετο παλμός.
Αργά την νύκτα, όταν η ιερά πομπή μετά σταυρών και λαβάρων και κηρίων εξήρχετο του ναού, εν μέσω ψαλμών και μολπών και φθόγγων εναλλάξ της μουσικής των ορφανών Χατζηκώστα, και θόρυβος και πλήθος και κόσμος εις το σκιόφως πολύς, τότε ο Γιαμπής ο επίτροπος προέτρεχε να φθάση εις την οικίαν του, διά να φορέση τον μεταξωτόν κεντητόν του σκούφον, και κρατών το ηλέκτρινον κομβολόγιόν του, να εξέλθη εις τον εξώστην, με την ματαιουμένην από έτους εις έτος ελπίδα ότι οι ιερείς θ’ απεφάσιζον να κάμουν στάσιν και ν’ αναπέμψουν δέησιν υπό τον εξώστην του. Τότε και η πτωχή αυτή, η Χριστίνα η Δασκάλα (όπως την έλεγαν έναν καιρόν εις την γειτονιάν), εις το μικρόν παράθυρον της οικίας της, μισοκρυμμένη όπισθεν του παραθυροφύλλου εκράτει την λαμπαδίτσαν της, με το φως ίσα με την παλάμην της, κι έρριπτεν άφθονον μοσχολίβανον εις το πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν το μύρον εις Εκείνον, όστις εδέχθη ποτέ τα αρώματα και τα δάκρυα της αμαρτωλού, και μη τολμώσα εγγύτερον να προσέλθη και ασπασθή τους αχράντους και ηλοτρήτους και αιμοσταγείς πόδας Του.
Και την Κυριακήν το πρωί, βαθειά μετά τα μεσάνυκτα, ίστατο πάλιν μισοκρυμμένη εις το παράθυρον, κρατούσα την ανωφελή και αλειτούργητην λαμπάδα της, και ήκουε τας φωνάς της χαράς και τους κρότους, κι έβλεπε κι εζήλευε μακρόθεν εκείνας, οπού επέστρεφαν τρέχουσαι φρου-φρου από την εκκλησίαν, φέρουσαι τας λαμπάδας των λειτουργημένας, αναμμένας έως το σπίτι, ευτυχείς, και μέλλουσαι να διατηρήσωσι δι’ όλον τον χρόνον το άγιον φως της Αναστάσεως. Και αυτή έκλαιε κι εμοιρολογούσε την φθαρείσαν νεότητά της.
Μόνον το απόγευμα της Λαμπρής, όταν εσήμαινον οι κώδωνες των ναών διά την Αγάπην, την Δευτέραν Ανάστασιν καλουμένην, μόνον τότε ετόλμα να εξέλθη από την οικίαν, αθορύβως και ελαφρά πατούσα, τρέχουσα τον τοίχον-τοίχον, κολλώσα από τοίχον εις τοίχον, με σχήμα και με τρόπον τοιούτον ως να έμελλε να εισέλθη διά τι θέλημα εις την αυλήν καμμιάς γειτονίσσης. Και από τοίχον εις τοίχον έφθανεν εις την βόρειον πλευράν του ναού, και διά της μικράς πλαγινής θύρας, κρυφά και κλεφτά έμβαινε μέσα.
Εις τας Αθήνας, ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασις είνε για της κυράδες, η δευτέρα για της δούλαις. Η Χριστίνα η Δασκάλα εφοβείτο τας νύκτας να υπάγη εις την Εκκλησίαν, μήπως την κυττάξουν, και δεν εφοβείτο την ημέραν, να μην την ιδούν. Διότι η κυράδες την εκύτταζαν, η δούλαις την έβλεπαν απλώς. Εις τούτο δε ανεύρισκε μεγάλην διαφοράν. Δεν ήθελε ή δεν ημπορούσε να έρχεται εις επαφήν με τας κυρίας, και υπεβιβάζετο εις την τάξιν των υπηρετριών. Αυτή ήτο η τύχη της.
Ωραίον και πολύ ζωντανόν, και γραφικόν και παρδαλόν, ήτο το θέαμα. Οι πολυέλεοι ολόφωτοι αναμμένοι, αι άγιαι εικόνες στίλβουσαι, οι ψάλται αναμέλποντες τα Πασχάλια, οι παπάδες ιστάμενοι με το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν επί των στέρνων, τελούντες τον Ασπασμόν.
Η δούλαις με τας κορδέλλας των και με τας λευκάς ποδιάς των, εμοίραζαν βλέμματα δεξιά και αριστερά, κι εφλυάρουν προς αλλήλας, χωρίς να προσέχουν εις την ιεράν ακολουθίαν. Η παραμάναις ωδήγουν από την χείρα τριετή και πενταετή παιδία και κοράσια, τα οποία εκράτουν τας χρωματιστάς λαμπάδας των, κι έκαιον τα χρυσόχαρτα με τα οποία ήσαν στολισμέναι, κι έπαιζαν κι εμάλωναν μεταξύ των, κι εζητούσαν να καύσουν όπισθεν τα μαλλιά τού προ αυτών ισταμένου παιδίου. Οι λούστροι έρριπτον πυροκρόταλα εις πολλά άγνωστα μέρη εντός του ναού, και κατετρόμαζον ταις δούλαις. Ο μοναδικός αστυφύλαξ τους εκυνηγούσε, αλλ’ αυτοί έφευγαν από την μίαν πλαγινήν θύραν, κι ευθύς επανήρχοντο διά της άλλης. Οι επίτροποι εγύριζον τους δίσκους κι έρραινον με ανθόνερον ταις παραμάναις.
Δύο ή τρεις νεαραί μητέρες της κατωτέρας τάξεως του λαού, επτά ή οκτώ παραμάναις, εκρατούσαν πεντάμηνα και επτάμηνα βρέφη εις τας αγκάλας. Τα μικρά ήνοιγον τεθηπότα τους γλυκείς οφθαλμούς των, βλέποντα απλήστως το φως των λαμπάδων, των πολυελέων και μανουαλίων, τους κύκλους και τα νέφη του ανερχομένου καπνού του θυμιάματος και το κόκκινον και πράσινον φως το διά των υάλων του ναού εισερχόμενον, το ανεμίζον ράσον του εκκλησάρχου καλογήρου, τρέχοντος μέσα-έξω εις διάφορα θελήματα, τα γένεια των παπάδων σειόμενα εις πάσαν κλίσιν της κεφαλής, εις πάσαν κίνησιν των χειλέων, διά να επαναλάβουν εις όλους το Χριστός ανέστη. Βλέποντα και θαυμάζοντα όλα όσα έβλεπον, τα στίλβοντα κομβία και τα στρημμένα μουστάκια του αστυφύλακος, τους λευκούς κεφαλοδέσμους των γυναικών, και τους στοίχους των άλλων παιδίων, όσα ήσαν αραδιασμένα εγγύς και πόρρω, παίζοντα με τους βοστρύχους της κόμης των βασταζουσών, και ψελλίζοντα ανάρθρους αγγελικούς φθόγγους.
Δύο οκτάμηνα βρέφη εις τας αγκάλας δύο νεαρών μητέρων, αίτινες ίσταντο ώμον με ώμον πλησίον μιας κολώνας, μόλις είδαν το έν το άλλο, και πάραυτα εγνωρίσθησαν και συνήψαν σχέσεις, και το έν, ωραίον και καλόν και εύθυμον, έτεινε την μικράν απαλήν χείρά του προς το άλλο, και το είλκε προς εαυτό, και εψέλλιζεν ακαταλήπτους ουρανίους φθόγγους.
Αλλ’ η φωνή του βρέφους ήτο λιγεία, και ηκούσθη ευκρινώς εκεί γύρω, και ο Γιαμπής ο επίτροπος δεν ηγάπα ν’ ακούη θορύβους. Εις όλας τας νυκτερινάς ακολουθίας των Παθών πολλάκις είχε περιέλθει τας πυκνάς των γυναικών τάξεις διά να επιπλήξη πτωχήν τινα μητέρα του λαού διότι είχε κλαυθμηρίσει το τεκνίον της. Ο ίδιος έτρεξε και τώρα να επιτιμήση και αυτήν την πτωχήν μητέρα διά τους ακάκους ψελλισμούς του βρέφους της.
Τότε η Χριστίνα η δασκάλα, ήτις ίστατο ολίγον παρέκει, οπίσω από τον τελευταίον κίονα, κολλητά με τον τοίχον, σύρριζα εις την γωνίαν, εσκέφθη ακουσίως της -και το εσκέφθη όχι ως δασκάλα, αλλ’ ως αμαθής και ανόητος γυνή οπού ήτον- ότι, καθώς αυτή ενόμιζε, κανείς, ας είνε και επίτροπος ναού, δεν έχει δικαίωμα να επιπλήξη πτωχήν νεαράν μητέρα διά τους κλαυθμηρισμούς του βρέφους της, καθώς δεν έχει δικαίωμα να την αποκλείση του ναού διότι έχει βρέφος θηλάζον. Καθημερινώς δεν μεταδίδουν την θείαν κοινωνίαν εις νήπια κλαίοντα; Και πρέπει να τα αποκλείσουν της θείας μεταλήψεως διότι κλαίουν; Έως πότε όλη η αυστηρότης των «αρμοδίων» θα διεκδικήται και θα ξεθυμαίνη μόνον εις βάρος των πτωχών και των ταπεινών;
Εκ του μικρού τούτου περιστατικού, η Χριστίνα έλαβεν αφορμήν να ενθυμηθή ότι προ χρόνων, μίαν νύκτα, κατά την ύψωσιν του Σταυρού, όταν επήγε να εκκλησιασθή εις τον ναΐσκον του Αγίου Ελισσαίου, παρά την Πύλην της Αγοράς, ενώ ο αναγνώστης έλεγε τον Απόστολον, όταν απήγγειλε τας λέξεις «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός», αίφνης, κατά θαυμασίαν σύμπτωσιν, από τον γυναικωνίτην έν βρέφος ήρχισε να ψελλίζη μεγαλοφώνως, αμιλλώμενον προς την φωνήν του αναγνώστου. Και οποίαν γλυκύτητα είχε το παιδικόν εκείνο κελάδημα! Τόσον ωραίον πρέπει να ήτο το Ωσαννά το οποίον έψαλλον το πάλαι οι παίδες των Εβραίων προς τον ερχόμενον Λυτρωτήν. «Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον, ένεκα των εχθρών σου, του καταλύσαι εχθρόν και εκδικητήν».
Τοιαύτα ανελογίζετο η Χριστίνα, σκεπτομένη ότι καμμία μήτηρ δεν θα ήτο τόσον αφιλότιμος ώστε να μη στενοχωρήται, και να μη σπεύδη να κατασιγάση το βρέφος της, και να μη παρακαλή ν’ ανοιχθή πλησίον της εις τον τοίχον, διά θαύματος, θύρα, διά να εξέλθη το ταχύτερον. Περιτταί δε ήσαν αι νουθεσίαι του επιτρόπου, πρόσθετον προκαλούσαι θόρυβον, και αφού προς βρέφος θηλάζον όλα τα συνήθη μέσα της πειθούς είναι ανίσχυρα, μόνη δε η μήτηρ είνε κάτοχος άλλων μέσων πειθούς, την χρήσιν των οποίων περιττόν να έλθη τρίτος τις διά να της υπενθυμίση. Κι έπειτα λέγουν ότι οι άνδρες έχουν περισσότερον μυαλό από τας γυναίκας!
Ούτω εφρόνει η Χριστίνα. Αλλά τι να είπη; Αυτής δεν της έπεφτε λόγος. Αυτή ήτον η Χριστίνα η δασκάλα, όπως την έλεγαν έναν καιρόν. Παιδία δεν είχε διά να φοβήται τας επιπλήξεις του επιτρόπου. Τα παιδία της τα είχε θάψει, χωρίς να τα έχη γεννήσει. Και ο ανήρ τον οποίον είχε δεν ήτο σύζυγός της.
Ήσαν ανδρόγυνον χωρίς στεφάνι.
Χωρίς στεφάνι! Οπόσα τοιαύτα παραδείγματα!…
Αλλά δεν πρόκειται να κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ελλείψει όμως άλλης προνοίας, χριστιανικής και ηθικής, διά να είνε τουλάχιστον συνεπείς προς εαυτούς και λογικοί, οφείλουν να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον.
Από τον καιρόν οπού είχεν ανάγκην από τας συστάσεις των κομματαρχών διά να διορίζεται δασκάλα, είς των κομματαρχών τούτων, ο Παναγής ο Ντεληκανάτας, ο ταβερνιάρης, την είχεν εκμεταλλευθή. Άμα ήλλαξε το υπουργείον, και δεν ίσχυε πλέον να την διορίση, της είπεν: «Έλα να ζήσουμε μαζύ, κι αργότερα θα σε στεφανωθώ». Πότε; Μετ’ ολίγους μήνας, μετά έν εξάμηνον, μετά ένα χρόνον.
Έκτοτε παρήλθον χρόνοι και χρόνοι, κι εκείνος ακόμη είχε μαύρα τα μαλλιά, κι αυτή είχεν ασπρίση. Και δεν την εστεφανώθη ποτέ.
Αυτή δεν εγέννησε τέκνον. Εκείνος είχε και άλλας ερωμένας. Κι εγέννα τέκνα με αυτάς.
Η ταλαίπωρος αυτή μανθάνουσα, επιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, υπομένουσα, εγκαρτερούσα, έπαιρνε τα νόθα του αστεφανώτου ανδρός της εις το σπίτι, τα εθέρμαινεν εις την αγκαλιάν της, ανέπτυσσε μητρικήν στοργήν, τα επονούσε. Και τα ανέσταινε, κι επάσχιζε να τα μεγαλώση. Και όταν εγίνοντο δύο ή τριών ετών, και τα είχε πονέσει πλέον ως τέκνα της, τότε ήρχετο ο Χάρος, συνοδευόμενος από την οστρακιάν, την ευλογιάν, και άλλας δυσμόρφους συντρόφους… και της τα έπαιρνεν από την αγκαλιάν της.
Τρία ή τέσσερα παιδία τής είχαν αποθάνει ούτω εντός επτά ή οκτώ ετών.
Κι αυτή επικραίνετο. Εγήρασκε και άσπριζε. Κι έκλαιε τα νόθα του ανδρός της, ως να ήσαν γνήσια ιδικά της. Κι εκείνα τα πτωχά, τα μακάρια, περιίπταντο εις τα άνθη του παραδείσου, εν συντροφία με τ’ αγγελούδια τα εγχώρια εκεί.
Εκείνος ουδέ λόγον της έκαμνε πλέον περί στεφανώματος. Κι αυτή δεν έλεγε πλέον τίποτε. Υπέφερεν εν σιωπή.
Κι έπλυνε κι εσυγύριζεν όλον τον χρόνον. Την Μεγάλην Πέμπτην έβαπτε τ’ αυγά τα κόκκινα. Και τας καλάς ημέρας δεν είχε τόλμης πρόσωπον να υπάγη κι αυτή εις την εκκλησίαν.
Μόνον το απόγευμα του Πάσχα, εις την ακολουθίαν της Αγάπης, κρυφά και δειλά εισείρπεν εις τον ναόν, διά ν’ ακούση το «Αναστάσεως ημέρα» μαζύ με της δούλαις και της παραμάναις.
Αλλ’ Εκείνος όστις ανέστη «ένεκα της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων», όστις εδέχθη της αμαρτωλής τα μύρα και τα δάκρυα και του ληστού το Μνήσθητί μου, θα δεχθή και αυτής της πτωχής την μετάνοιαν, και θα της δώση χώρον και τόπον χλοερόν, και άνεσιν και αναψυχήν εις τη βασιλείαν Του την αιωνίαν.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1984
Σελ. 131-137

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Πίστη: ελευθερία ή καταναγκασμός; Η περίπτωση του Χρυσοβαλάντη, ήρωα του Μάρτυς μου ο Θεός του Μάκη Τσίτα


Η θρησκευτική πίστη μπορεί να είναι μια φλόγα ερωτική που θερμαίνει την καρδιά του ανθρώπου ή ένα δροσερό αεράκι ανακούφισης από τον κάματο του βίου, μπορεί να είναι μια ελπίδα. Τι συμβαίνει όμως όταν η πίστη διαστρέφεται και μεταστρέφεται σε εφιαλτική τροχοπέδη; Πού σταματά η πίστη και ξεκινά η θρησκοληψία; Κι ακόμη χειρότερα, πού σταματά η ελευθερία και ξεκινά η καταδυνάστευση του ανθρώπου;
Ο Χρυσοβαλάντης, όταν δεν είναι τραγικός ήρωας καθημερινών ιστοριών, είναι τραγικό θύμα μιας ιδιότυπης, ενοχικής και οριακής πίστης. Ένα πρόσωπο που αναζητά διαρκώς την γαλήνη και την ανάπαυση στην σχέση του με τον Θεό και, επίσης, έχει πειστεί ότι ο δρόμος προς Αυτόν είναι κλειστός εξαιτίας της ροπής του προς την αμαρτία. Αυτό έχει παγιωθεί στην σκέψη του εξαιτίας της αγωγής του και έχει διογκωθεί εξαιτίας του φόβου. Η μυθιστορηματική του προσωπικότητα, σε πιο καθημερινές εκδοχές, δεν είναι άγνωστη ούτε και σπάνια στον εκκλησιαστικό χώρο. Όσοι δεν κινούνται στο πλαίσιο ή τις παρυφές αυτού του χώρου ή έστω του χώρου της πίστης, εξανίστανται όταν ακούν λέξεις όπως: αμαρτία, εξομολόγηση, πνευματικός κλπ Ωστόσο για τον πιστό αυτές αποτελούν κομμάτι της εκκλησιαστικής του ζωής και κανείς δεν θα διαφωνήσει ότι είναι δικαίωμά του να επιλέγει αυτή την ζωή όπως και δικαίωμα των μη πιστών είναι να ακολουθούν άλλη. Υπόθεση της Εκκλησίας βεβαίως είναι, και θα έπρεπε να είναι, να φροντίζει ώστε αυτή η ζωή να εξελίσσεται φυσιολογικά, δηλαδή αγιαστικά, και να βοηθά τους πιστούς της να θεμελιώσουν μια προσωπική και πάντα ελεύθερη σχέση με τον Θεό.
Στα χρόνια του Πανεπιστημίου καθηγητής μας, σπουδαίος Θεολόγος, πιστός ιεράρχης και καλός άνθρωπος, αντιδιαστέλλοντας την πρακτική των σημερινών ιερέων με εκείνη των πατέρων της Εκκλησίας, επισήμαινε ότι σήμερα οι παπάδες μας, κυρίως από άγνοια, δεν Θεολογούν αλλά καθηκοντολογούν. Κατακεραυνώνουν τους πιστούς με ένα σύνολο από «πρέπει» μετατρέποντας την χαρά της Κοινωνίας σε φόβο. Με αυτό, φυσικά, δεν εννοούσε ότι όλα επιτρέπονται αλλά ήθελε να μας τονίσει ότι όλα συγχωρούνται.
Η σχέση μας με το Θεό και κατ’ επέκταση με τον εαυτό μας και τον συνάνθρωπο, έχει ως προϋπόθεση την βεβαιότητα ότι η άλλη πλευρά μας αποδέχεται όποιοι κι αν είμαστε και μας αγαπά όπως κι αν είμαστε. Ποιος όμως θα μας το διδάξει αυτό;
Υπάρχει μια σπουδαία παραβολή στην Καινή Διαθήκη, που, ακόμη κι αν είχε χαθεί όλο το υπόλοιπο κείμενο, πάλι ακέραιο θα παρέμενε το περιεχόμενο της διδασκαλίας και το μήνυμα του Ευαγγελίου και μόνο αυτή αν σωζόταν. Είναι η παραβολή του ασώτου[1]. Του σπλαχνικού πατέρα που δέχτηκε πίσω το γιο του χωρίς να ρωτήσει τίποτα. Του γιου που ομολόγησε: Ήμαρτον... Επιστροφή και αποδοχή, συγχώρεση και συγγνώμη, συντελέστηκαν ταυτόχρονα και,  κυρίως, απροϋπόθετα, χωρίς όρους και ανταλλάγματα. Πατέρας και γιος παρακάθισαν στο δείπνο της χαράς, στην Τράπεζα της Ευχαριστίας. Τι σπουδαία παραβολική αποτύπωση της Εκκλησίας και των μυστηρίων της, της Θείας Ευχαριστίας, της Μετανοίας, της Αγάπης…
Θα επέστρεφε ο άσωτος υιός, αν δεν ήξερε ότι τον προσμένει ένας σπλαχνικός πατέρας; Νομίζω πως όχι. Νομίζω πως κανείς μας δεν χτυπά πόρτες κλειστές.
Συχνά βέβαια ο Θεός παριστάνεται, από ιερείς και Θεολόγους, ως ο χωροφύλακας ή ο εισαγγελέας, και τα συσσωρευόμενα στην ανθρωπότητα δεινά, από το θάνατο έως τον παραμικρό πόνο ή ακόμη και τα δυσμενή καιρικά φαινόμενα, ως αποτελέσματα της αμαρτωλότητας μας και, συνεπώς, δίκαιες τιμωρίες, «Θεομηνίες» που επιβάλλονται σ’ εκείνους που ζουν μια ζωή που δεν είναι σύμφωνη με το θέλημά Του. Επίσης συχνά η σχέση Θεού και ανθρώπου γίνεται μάλλον σχέση φόβου, υπολογισμού και ωφελιμισμού. Ποια ομοιότητα έχει όμως αυτός ο Θεός με τον πατέρα της παραβολής; Καμία.
Παραχαράκτες, στην πλειοψηφία μας, οι πιστοί, υποκρύπτουμε τα κίνητρά μας εμφανίζοντας μιαν πλαστή υπακοή στο Θείο θέλημα υποκριτική και, κυρίως, σκόπιμη. Μια υπακοή και μια υποταγή που ζητά ανταλλάγματα για να εξαγοράσει τον φόβο του θανάτου και τίποτε άλλο.
Οδηγοί μας σ’ αυτή την υποκρισία, που άλλοτε γίνεται αγωνία και, στις πιο βαριές μορφές της όπως στον Χρυσοβαλάντη, τρέλα, είναι όσοι επιδιώκουν να υποτάξουν, να χειραγωγήσουν και να εξουσιάσουν τον άνθρωπο. Αυτόν που πλάστηκε ελεύθερος, «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν», όπως μας διαβεβαιώνει η Γραφή κι αυτό, εκτός από τα άλλα Θεία δώρα, σημαίνει ότι πλάστηκε αυτεξούσιος άρα εκείνος θα διαλέξει ποια στιγμή, από ποιον δρόμο και με ποιον τρόπο θα επιστρέψει στον Θεό. Βεβαίως, ελεύθερη επιλογή δεν σημαίνει πάντα και σωστή επιλογή, όμως πάντα, ως το τέλος των «εσχάτων ημερών», ο Θεός θα είναι «εκεί» και θα μας περιμένει με ορθάνοιχτη την πόρτα.

Ελένη Λιντζαροπούλου
Θεολόγος – ποιήτρια



Το κείμενο γράφτηκε για το πρόγραμμα της παράστασης «Μάρτυς μου ο Θεός» του Μάκη Τσίτα σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη με τον Ιωσήφ Ιωσηφίδη στον ρόλο του Χρυσοβαλάντη. Για την παράσταση ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ 

Οι φωτογραφίες είναι από την παράσταση του Μάρτυς μου ο Θεός στις Φυλακές Κορυδαλλού με αφορμή την ίδρυση του Δικτύου για τον Πολιτισμό και την Εκπαίδευση στις Φυλακές "Γεώργιος Ζουγανέλης". Για την παράσταση στις Φυλακές ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ. 




[1] Κατά Λουκάν 15:11-24

Σάββατο, 9 Απριλίου 2016

Δεν μπορώ μόνο να πενθώ, πρέπει και να θυμάμαι



Ανεβαίναμε την Υπαπαντής με τον Γιώργο, επιστρέφαμε από την Β/Βάθμια στον Πειραιά, μέρα μεσημέρι, και ξαφνικά βλέπουμε (δηλαδή βλέπει, εγώ χαμπάρι δεν πήρα) έναν τύπο φουσκωτό και κοντοκουρεμένο με παραλλαγή και μαύρο φανελάκι, χρυσαυγίτης φαινόταν. Ακούω μια φωνή, σχεδόν πολεμική ιαχή: «Ε, τι κάνεις εκεί;» Ο Γιώργος αγριεμένος, όπως δεν τον είχα ξαναδεί, τραβάει χειρόφρενο και κατεβαίνει σαν αστραπή από το αμάξι. Ως να καταλάβω τι γίνεται, έχει πάρει στο κυνήγι τον τύπο, ο οποίος ακόμη τρέχει. Τον είδε μέσα στο στενό που πήγαινε να χτυπήσει πακιστανό πλανόδιο ψαρά. Δεν προσπέρασε το γεγονός, δεν τα έκανε ποτέ, δεν είπε «δεν βαριέσαι», δεν το έλεγε ποτέ. Αυτός ήταν ο Γιώργος, δεν προσπερνούσε την αδικία. Ο ψαράς τον ευχαρίστησε και χάθηκε κι εκείνος στα στενά της Δραπετσώνας. Δεν ξέρω αν τον θυμάται. Τα «τσιγκανάκια» στην Φυλακή όμως θυμούνται. Τον λατρεύουν γιατί τους έδωσε την ευκαιρία να πάνε Σχολείο. «Κανείς δεν μας ήθελε μέχρι τώρα Δάσκαλε», έλεγαν. Οι φτωχοί, οι κατατρεγμένοι, οι ασθενείς, οι αποφασισμένοι ν’ αλλάξουν…. Όλοι είχαν κάτι να πάρουν από τον Δάσκαλο. Με δικαιοσύνη, χωρίς χάρες, χωρίς λύπηση, με διάκριση και μέτρο.
Γι αυτό δεν μπορώ μόνο να πενθώ, πρέπει και να θυμάμαι. Γιατί ετούτες οι μνήμες, από τον φίλο και Δάσκαλο, είναι πιο επίκαιρες από ποτέ.

Ελένη Λιντζαροπούλου
9/2/2016



Ο Γιώργος Ζουγανέλης γεννήθηκε στις 29-4-1961. Το 1979 αποφοίτησε από την Αθωνιάδα  Εκκλησιαστική Ακαδημία, από όπου έλαβε και πτυχίο Αγιογραφίας, και το 1984 από την Θεολογική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, ενώ παράλληλα έκανε σπουδές Βυζαντινής Μουσικής και Θεωρητικά στο Ωδείο Αθηνών. Εργάστηκε ως Θεολόγος στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και από το 2005, που δημιουργήθηκε το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας των Φυλακών Κορυδαλλού, υπήρξε Διευθυντής του.  Απεβίωσε αιφνίδια το Σάββατο 30-1-2016. Η πολιτεία, κατόπιν προτάσεως των εκπαιδευομένων του Σχολείου, τίμησε την προσφορά του ονομάζοντας το σχολείο σε: 2ο ΣΔΕ Κορυδαλλού – Γεώργιος Ζουγανέλης.   

Στην μνήμη του, φίλοι, συνάδελφοι και συνεργάτες ίδρυσαν το Δίκτυο για τον Πολιτισμό και την Εκπαίδευση στις Φυλακές «Γεώργιος Ζουγανέλης» 



Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...
Ένα κείμενο επίκαιρο, αντίδοτο στην βλακεία που διεκδικεί εύσημα πατριωτισμού... με ένα "κλικ" στην εικόνα διαβάστε το...

Μάθε πόσο μετράει η υπογραφή σου...