Διώνη Ανδρίκου - Κτηνίατρος

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Θα τα πούμε... "Καλησπερώ σ' αφέντη μου"

.


Καλησπερώ σ' αφέντη μου, καλές αυγές κοιμάσαι.
Καλά σου ξημερώματα, σαν κάθεσαι κι' αφκράσαι.

Κι εμείς στην πόρτα σ' ήραταμε, με το δικό σου θάρρος,
Παρακαλώ σ' αφέντη μου και μην το πάρεις βάρος.

Αν είναι θέλημα Θεού, τα κάλαντα να πούμε
Και μ' όλη μας την συντροφιά, νας καλησπερούμε.

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά, πρώτη Γιανουαρίου,
Που μπαίνει ο μήνας του Χριστού, τ' Αγίου Βασιλείου

Ν' όπου γεννήθη ν' ο Χριστός στον κόσμο κι επορπάτει,
Το πρώτο χνάρι που 'καμε, χρυσό δενδρίν εβγήκε,

Χρυσά ήταν τα φύλλα του, γράμματα τα κλωνιά του, παπάδες
Τα' ανεγνώνανε, διάκοι το συλλαβούσαν

Κι ένα διακάκι ν' έρχεται ν' από την Καισαρεία
Κι εβάστα και στα χέρια του λαμπάδες και κερία.

Αφέντη μου να χαίρεσαι , αφέντη μου να ζήσεις,
Στον Άγιο Τάφο του Χριστού, να πας να προσκυνήσεις.

Χρόνους να ζήσετ' εκατό, καλά να τους περνάτε
Κι από τους εκατό κι εκεί, να ζήτε να γηράτε


"Καλησπερώ σ' αφέντη μου"
Βασίλης Καζούλης-Νεκταρία Καραντζή

Κάλαντα Ρόδου.


Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Ο Χριστός των μικρών πραγμάτων…



Μια Καλημέρα

Ένα ποτήρι δροσερό νερό

Η ευχαρίστηση του ανταμώματος

Ένα αναπάντεχο χαμόγελο

Ένα καμπανάκι που ηχεί μεσ’ το ξημέρωμα

Ένα χέρι που απλώνεται

Το «Ναι!»

Ένα ευχαριστώ

Μια γλυκιά συνήθεια

Ένα χάδι

Η έκφραση εκτίμησης

Η υπομονή

Ένα ξαφνικό «Σ’αγαπώ»

Το βλέμμα ενός παιδιού

Η επιστροφή

Το παιχνίδι του πιστού σκύλου

Το φως

Ένα μικρό δώρο που χαρίζεται αναίτια

Το ξύπνημα των αισθήσεων

Η μυρωδιά απ’ το αναμμένο τζάκι

Το χόρτο που ξεφυτρώνει κάτω απ’ το χιόνι

Ένα γλυκό στα δύο

Μια γάτα που τεντώνεται νωχελικά μπρος στα μάτια μας

Το άρωμα του καφέ

Ένα κλεφτό φιλί

Τα τσαλακωμένα σεντόνια

Ένα νυσταγμένο απομεσήμερο

Μια παιδική ζωγραφιά

Ένα «Μπράβο!»

Μια ξαφνική λιακάδα του Δεκεμβρίου

Ο ιδρώτας της δουλειάς

Οι χαμένοι φίλοι που ξαναβρέθηκαν

Το άγγιγμα του ανέμου

Η βροχούλα που έγινε μπόρα

Η νύχτα

Το πρώτο λουλούδι της Άνοιξης

Ένας σκοπός στα χείλη

Η γεύση του σπιτικού γλυκού

Μια πόρτα που ανοίγει

Ένα ποτήρι κρασί κερασμένο

Η πρώτη λέξη ενός παιδιού

Ένα αβέβαιο βήμα μπροστά

Ένα λεωφορείο φωτισμένο

Ένα παράθυρο διάπλατο

Ένα φθινοπωρινό φύλλο χρυσωμένο απ’ τον ήλιο

Το ξημέρωμα

Μια μοσχομυριστή μπουγάδα ασπρόρουχα

Κάποιος που περιμένει

Τα χρώματα

Μια Καληνύχτα




Μη μου ευχηθείτε: «Καλά Χριστούγεννα»…

Ο δικός μου Χριστός, δεν γεννήθηκε.

Γεννάται καθημερνά…

Στις μικρές χαρές, στα λάθη, στις πίκρες, στις πληγές που επουλώνονται, στα «γεια» που δεν σημαίνουν «αντίο».

Σ’ όλα τα αναίτια και ανεξήγητα.

Στον έρωτα, στη ζωή, στην επανάληψη, στην ελπίδα, στη δυνατότητα.

Ο δικός μου Χριστός δεν αφήνει κανέναν να περιμένει μάταια. Έρχεται τις νύχτες στις φλεγόμενες αγκαλιές και δεν φεύγει με το ξημέρωμα. Επαίτης και χορηγός της Αγάπης, ο δικός μου Χριστός, αληθεύει, μάχεται, θυμώνει, μιλά τη γλώσσα του πλήθους.

Φτωχότερος από ζητιάνο, μοιράζεται τα πλούτη Του.

Κυβερνά και άρχεται.

Εμπιστεύεται.

Συγχωρεί.


Ελένη Λ.



Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Παγκόσμια ημέρα του Μετανάστη... Ανοιχτό μάθημα την Κυριακή 4μμ στον πεζόδρομο της Ι. Δραγάτση, στον Πειραιά


Κάνω μερικές σκέψεις για την διαδασκαλία της γλώσσας, αλλά και για την επικοινωνία... αυτό που λέγαμε πάντα: μ' αυτόν μιλάμε την ίδια γλώσσα...

Πώς να εξηγήσεις τη λέξη «λάθος» και την ελαφρά διαφοροποίηση των αποχρώσεών της από την λέξη «σφάλμα» σε κάποιον που δεν μιλάτε την ίδια γλώσσα;

Πώς να του εξηγήσεις τη λέξη «έσφαλα» και τη λέξη «λάθεψα»; Τη διαφοροποίηση των δύο αυτών ρημάτων;

Επέλεξα να μιλώ με εικόνες στα μαθήματά μου στους αλλοδαπούς μαθητές μου…
Η γοητεία της γλώσσας μου, οι δυνατότητές της, ενισχύονται από το οπτικό ερέθισμα*.

Πριν μιλήσουμε λοιπόν αυτήν καθεαυτή την ελληνική, μιλάμε με εικόνες.

Παρ’ όλα αυτά για τις λέξεις που προανέφερα, δεν υπάρχει δυνατότητα οπτικού ερεθίσματος. Πάντα θα καταλαβαίνουν μόνο στην πράξη αυτό που εννοώ. Παραστατικά.

Με μια κόκκινη μολυβιά πάνω στο λευκό χαρτί.

Δεν μ’ αρέσει να τραυματίζω τα γραπτά…

Ούτε τους ανθρώπους.
Προτιμώ να αυτοτραυματίζομαι.

Αλλά…

Πάντα θα υπάρχουν στη ζωή μας αυτοί που δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα... που καταλαβαίνουν όπως θέλουν τις λέξεις. Θα υπάρχουν αυτοί που φορτώνουν στις λέξεις μας προθέσεις παραμορφώνοντας το νόημά τους.

Αυτοί που καταλαβαίνουν μόνο παραστατικά…
Μόνο την κόκκινη μολυβιά.

Το πλέον βέβαιο είναι ότι συνήθως αυτοί δεν βρίσκονται ανάμεσα στους μετανάστες μαθητές μου, αλλά ανάμεσα στους Έλληνες συμπολίτες μου...

Ελένη Λ.


Το ΑΝΟΙΧΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ συμμετέχει στην «ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ», που γιορτάζεται στις 18/12, με σειρά εορταστικών εκδηλώσεων, την Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009, στο κέντρο του Πειραιά, στον πεζόδρομο της οδού Ιακώβου Δραγάτση ( απέναντι... από τη πλατεία Κοραή).

Οι εκδηλώσεις θα ξεκινήσουν από τις 10 το πρωί και θα διαρκέσουν ως τις 6 το απόγευμα και περιλαμβάνουν :

- Δρώμενο «επί τόπου ανοιχτού μαθήματος» με μαθητές και δασκάλους του σχολείου.
- Συζητήσεις σχετικά με τα ζητήματα των μεταναστών στην Ελλάδα.
- Προβολές videos.
- Διανομή έντυπου ενημερωτικού υλικού σχετικά με το έργο και τις δράσεις του σχολείου.
- D.J. set με ελληνική μουσική και μουσικές από τις χώρες προέλευσης των μαθητών του.

Για το σκοπό αυτό θα στηθεί ειδικά διαμορφωμένο περίπτερο όπου θα υπάρχει έντυπο υλικό, αλλά και θα πωλούνται κάρτες και ημερολόγια για την οικονομική ενίσχυση του Σχολείου.

Υπενθυμίζουμε ότι, το ΑΝΟΙΧΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ αγωνιζόμενο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και την ένταξη των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία λειτουργεί φέτος για πέμπτη συνεχή χρονιά σε εθελοντική βάση, προσφέροντας στους μαθητές του δωρεάν μαθήματα της ελληνικής γλώσσας.

Ευχόμαστε το 2010 να ξημερώσει με ειρήνη, ελπίδα και ψωμί για όλο τον κόσμο.





*Την Κυριακή, όσοι επιλέξετε να συμμετέχετε στις εκδηλώσεις μας θα μπορέσετε να δείτε τι εννοούμε παραστατική διαδασκαλία και τι διδασκαλία με οπτικοποιημένο υλικό.



Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Tο μοιρολόι της καρδερίνας...

.

Άρθρωσα το μοιρολόι της καρδερίνας

Ζητιάνεψα ένα σπόρο

Ξεδίπλωσα στάχια στον άνεμο

Τίποτα

Καμιά απόκριση

Ύστερα κοίταξα καλά μέσα στη σιωπή

και είδα ότι μιλούσα στο κενό.



Ελένη Λ.



Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Παραμορφώσεις...

.

Μέσα απ' το θολό μου τζάμι...
η πραγματικότητα.


Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Χριστούγεννα…




Κοίτα τι πάθαινε χρονιάρες μέρες ολόκληρη γυναίκα.

Προσπαθούσε να χαρεί με τα φώτα.
Να ζουζουνίσει στους δρόμους και τις παρέες χαδιάρικα.

Να αγοράσει μικροδωράκια για τις φιλενάδες της.

Να μην βουλιάξει στη θλίψη.


Είχε ψωνίσει και για κείνην ένα καινούριο φουστάνι, να νιώσει λίγο κοπελίτσα βρε αδελφέ.

Αν δεν τα έκανε όλα αυτά, θα πνιγόταν στο κλάμα.

Είχαν στερέψει οι αντοχές της στην ερημία του παρόντος.


Ήθελε να κρυφτεί στο χάδι της σιωπής.

Ήθελε να γύρει μικρούλα σ’ έναν ώμο να κλάψει, αλλά ώμος δεν υπήρχε.

Ήθελε να περπατήσει νύχτα στους παγωμένους δρόμους, κρατώντας ένα χέρι στέρεο, μα χέρι δεν απλωνόταν.
Ήθελε να καθίσει στο πάτωμα και να παίξει με τα παιχνίδια της, όμως παιχνίδια δεν είχε.
Ήθελε να γονατίσει μπρος τη Φάτνη, μα δεν την οδηγούσε αστέρι.

Αναστέναζε άπραγη, βούρκωνε, σκουπιζόταν να μην την δουν, ρουφούσε κρυφά τη μύτη της.

Φώναζε στους διαδρόμους του νου της: ακούει κανείς; Και ο αντίλαλος, της σφυροκοπούσε τη σκέψη.


Ναι, είναι άνθρωποι που δεν αντέχουν την ιδιότυπη μοναξιά μέσα στο πλήθος.

Που δεν τους γεμίζει τη ζωή καμία παρουσία.
Που κλαίνε αναίτια, μόνο και μόνο γιατί συσσωρεύτηκε πολύ δάκρυ μέσα τους.
Πολλές φορές θυμώνουν με τον εαυτό τους που νιώθουν έτσι.
Συχνότερα θυμώνουν οι άλλοι μαζί τους.


-Τι σου λείπει βρε παιδί μου; Τι έχεις;

-Τίποτα… τίποτα.

-Καλά.



Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Ρίτα Μπούμη-Παπά... Υπόγειο


Αγαπημένη ποίηση, αγαπημένο τραγούδι…

Το 1982, επρόκειτο να συναντήσω την Ρίτα Μπούμη-Παππά, σε μια εκδήλωση.
Την είχαμε καλέσει στον πολιτιστικό σύλλογο που δραστηριοποιόμουν, νεαρή κοπελίτσα τότε, κι εγώ είχα αναλάβει να την υποδεχθώ.


Η ώρα είχε περάσει και ο κόσμος δεν συγκεντρωνόταν… μου φαινόταν μεγάλη προσβολή για μια ποιήτρια να έρθει να μιλήσει σε ένα ισχνό ακροατήριο.
Θα μιλούσε για τους αγώνες, για την Δημοκρατία, για την ποίηση… για όλα.
Όμως ήδη τότε ο κόσμος δεν ήθελε να ακούει πια γι αυτά.


Έτσι την πήρα τηλέφωνο και της πρότεινα να μην έρθει.
Δεν το δέχτηκε αυτόματα… Ήταν σεμνή γυναίκα. Δεν την αφορούσε το πλήθος, αλλά οι λίγοι.
Ήξερε καλά. Η ποίηση όπως και οι αγώνες με τους λίγους πορεύονται και ανασαίνουν… αλλά θεμελιώνουν το μέλλον για τους πολλούς.


Την έπεισα όμως. Δεν ήρθε... Δεν την συνάντησα ποτέ.
Έχω μόνο να θυμάμαι την συνομιλία μου μαζί της στο τηλέφωνο κι ένα ελαφρό αίσθημα ντροπής... δικής μου ντροπής.
Την αυστηρή εμμονή της στο ήθος και την συνέπεια.
Την ειλικρίνεια της.

Δεν είμαι σίγουρη ότι την κατάλαβα τότε…

Σήμερα όμως νοσταλγώ αυτό τον ευθύ τρόπο αντιμετώπισης των πραγμάτων.


Σήμερα που όλα ρέουν χύμα, χωρίς μορφή, α-σχημάτιστα άρα και ά-σχημα… αναπολώ εκείνες τις μέρες που αντάμωνα με την σκέψη αυτών των ανθρώπων.

Με πότισε βαθειά. Κι αν κάποιες φορές διολισθαίνω στην έκπτωση των καιρών, τα λόγια και το έργο τους με βοηθούν να επανέρχομαι σταθερά σ’ αυτό που αγαπώ και επιλέγω να είμαι.

Όταν άκουσα για πρώτη φορά αυτό το ποίημα της μελοποιημένο έμεινα στην απόλυτη σιωπή.
Η μουσική και η ποιήτρια τα είχαν πει όλα. Τι θα μπορούσα εγώ να προσθέσω;



Υπόγειο*


Τους ήλιους δεν εμέτρησες

που σε ζητήσαν τόσα χρόνια

πού 'σαι γυναίκα

με τα γαλάζια τσίνορα.


Σ' έκρυψε στο φουστάνι της

η μαραμένη κοπέλα

πέντε χειμώνες σ' έθαψαν

σε χιόνι λασπερό.


Μεγάλη νυχτερίδα τρέφεται

απ' τη νιότη σου

γι' αυτό νωρίς βραδιάζει

πριν χορτάσεις

το μεσημέρι καίει

στα ψηλά τα δώματα

το κύμα του ξανθό

λούζει τους δρόμους.


Πεθαίνεις με τους ποιητές

κάθε ηλιοβασίλεμα

τα χέρια σου μυρίζουν

απ' τα μαλλιά τους

χτυπάει η καμπάνα

που δεν πιστεύεις πια

σε ξένη αυλή συνομιλείς

με το φεγγάρι.


Σου 'φερε ο Μυλόζ

φέτος την άνοιξη

την πείνα σου ποιος άλλος μπορούσε να νοιαστεί

φουρτούνιασε τη γειτονιά

το φιλντισένιο αμάξι του

γίνου όμορφη γίνου όμορφη

στα περιβόλια θα σε δείξει


Έχεις ένα χαμόγελο

από μαργαριτάρια

ψαράδες Σικελοί

στο ταίριασαν να το φοράς

ψάξε και βρες το

πριν σε κλείσει η νύχτα

σ' ένα υπόγειο βαθύτερο

από τούτο.


"Κυκλαδίτισσα, από τη Σύρα, ήταν η Ρίτα Μπούμη-Παππά (1906-1984). Μια λεπταίσθητη ποιήτρια, τρυφερότατη κι εκφραστική, με έντονη λυρική πνοή και σπάνια εικονοπλαστική δεξιοσύνη.", όπως γράφει γι αυτήν ο Μάνος Χωριανόπουλος στην εφημερίδα Ά π ο ψ η που εκδίδεται στο νησί της, του οποίου το άρθρο θα άξιζε να διαβάσετε.

*Μουσική&Τραγούδι: Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας
Στίχοι: Ρίτα Μπούμη-Παππά


Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Το ημερολόγιο συνεχίζει να γράφει: Δεκέμβριος…

Είπα να κάνω πως δεν βλέπω…

Είπα να υποδυθώ πως δεν ακούω.


Όμως πρόκειται για τη χώρα μου. Πρόκειται για μένα, για την οικογένεια και τους φίλους μου, για τους ανθρώπους που γνωρίζω και που δεν γνωρίζω.

Πρόκειται για το ΤΩΡΑ.

Δηλαδή πρόκειται για το ΜΕΛΛΟΝ.

Θεμελιώνουμε το αύριο τη στιγμή που μιλάμε. Κάθε στιγμή που περνά είναι χθες και θα μπορούσε να αποτελέσει έμπνευση ή πικρία.


Μ’ αυτούς τους συλλογισμούς αποφάσισα να γράψω.


Δεν έχω απαντήσεις για τον περσινό Δεκέμβρη. Έχω ακόμη ερωτήματα.


Για τον φετινό όμως;

Για τον φετινό έχω θυμό και ανησυχία.


Δεν μπορεί να είμαστε σ’ αυτή τη χώρα κατ’ επίφασην προοδευτικοί.

Δεν μπορεί να είμαστε όμηροι όσων λατρεύουν το μπάχαλο και με μισόλογα και θολά τσιτάτα και συνθήματα χαϊδεύουν την τυφλή βία.

Δεν μπορεί να εκχωρούμε σε μειοψηφίες το δικαίωμα της μετατροπής της πόλης ή της χώρας σε εμπόλεμη ζώνη και μάλιστα επετειακά τροφοδοτώντας έτσι το μύλο της συντήρησης.


ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ Η ΒΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΝΑ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΛΟΝΤΑΙ. ΑΥΤΟ ΑΠΟ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΠΟΣΟ ΚΑΘΟΔΗΓΟΥΜΕΝΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ ΕΙΝΑΙ.


Αν λοιπόν, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, ο Δεκέμβρης ήταν το ερώτημα, να μας το διατυπώσουν καθαρά.

Ποιο ήταν, ποιοι και σε ποιους απευθυνόταν;


Διότι τα δικά μου ερώτημα παραμένουν και απευθύνονται σ’ αυτούς που μεταφράζουν τον περσινό Δεκέμβρη μόνο ως καταστροφές και επεισόδια γιατί έτσι τους βολεύει. Μιλώ για τους φασίστες του ΛΑ.Ο.Σ από τους οποίους φυσικά δεν περιμένω καμία απάντηση. Αλλά απευθύνομαι στους καλοθελητές του ΣΥΡΙΖΑ με αφορμή τη δηλώση Τσίπρα: «εξακολουθούμε να μη μετανιώνουμε για τον Δεκέμβρη».


Για ποιον «Δεκέμβρη» μιλάτε;

Ποιος ωφελήθηκε από τον συμψηφισμό των γεγονότων του περσινού Δεκέμβρη;

Τι αποκομίσαμε ως χώρα;

Πόσα βήματα μπροστά κάναμε;

Τι άλλαξε στην καθημερινότητα του πολίτη;

Πόσο αυξήθηκε η συμμετοχή του κόσμου στις διεκδικήσεις και στις διεργασίες της Δημοκρατίας;

Τι έγινε αυτό το κίνημα των εξεγερμένων νέων ανθρώπων;


Οι μειοψηφίες βολεύονται να ξεχνούν τις χιλιάδες των ανθρώπων που διαδήλωσαν ειρηνικά την οργή και το μπούχτισμά τους από την κατρακύλα της χώρας.

Ξέρουμε το λόγο. Αν ακούσουν την οργή και τα αιτήματα του πλήθους, θα πρέπει να πάρουν θέση κι αυτοί θέσεις δεν συνηθίζουν να έχουν. Βολεύονται με συνθήματα ο ΣΥΡΙΖΑ και εξυπνακίστικους λαϊκισμούς το ΛΑ.Ο.Σ.


Υπάρχουν δεκάδες λόγοι για διεκδίκηση σήμερα αλλά και χτες.

Υπάρχουν ελλείμματα σε όλο το φάσμα της ζωής αυτού του τόπου.

Υπάρχει ένα κράτος άδικο, μια κοινωνική απρονοησία και μια οικονομία ανοικοκύρευτη.

Υπάρχει μια άνευ προηγουμένου ηθική έκπτωση.


Θέλω να αλλάξουν όλα. Το θέλω και το απαιτώ με τη συμμετοχή μου ως πολίτης στα κοινά αλλά και στις διεκδικήσεις.


Όμως αρνούμαι να ζω υπό συνθήκες φόβου.

Ο φόβος και η βία της εξουσίας παλεύονται και αντιπαλεύονται.

Ο φόβος της μειοψηφίας, η τρομοκρατία του δρόμου, η βία των λίγων, δεν παλεύονται. Μας στέλνουν στο σπίτι και στην ιδιώτευση.


Αν αυτό επιδιώκουν οι εραστές της προαναγγελθείσας βίας να μας το πουν.


Να ξεμασκαρευτούν και από «αριστεροί», «προοδευτικοί», «αντιεξουσιαστές» και «επαναστάτες», να δηλώσουν την πραγματική ταυτότητα τους.


Είναι νεροκουβαλητές του φασισμού. Τίποτε άλλο.


Θέλουν να μας φιμώσουν και στα χρόνια που διήλθαμε, από την μεταπολίτευση ως σήμερα, σε μεγάλο βαθμό το πέτυχαν.



Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Μια μικρή που αξίωνε να λέγεται μεγάλη... ...

Στην ελευθερία του γλάρου...


Στις 6 Δεκεμβρίου, γίνεται μόλις ενός έτους…



Κι όμως, αξίωνε πάντα να λέγεται Big.

Μιλώ για την Big Mama η οποία χρονίζει στον αέρα του διαδικτύου και μάλιστα, ενώ η δημιουργία της ξεκίνησε από ένα δυσάλεστο γεγονός, (την ακύρωση των μαθημάτων μου του Σαββάτου λόγω του θανάτου της μητέρας μιας μαθήτριάς μου), ευτύχισε να γεννήσει και άλλα πολλά ιστολόγια.
Κάποια από αυτά με την υπογραφή μου και κάποια για λογαριασμό άλλων.

Δεν ήταν όλες οι διαδικτυακές στιγμές καλές, αλλά και πότε είναι; Δεν ήταν όλες οι συναντήσεις καλές, αλλά και πού είναι;

Η αίσθηση της μάσκας και της ανωνυμίας αρχικά με μπέρδεψε. Οι μυρωδιές των ινερνετικών σοκακιών δεν μου ήταν γνωστές. Υπήρξα μάλλον αφελής και εύπιστη πολλές φορές. Επιεικής αλλά και υποκρίτρια επίσης.

Σιγά σιγά η κρίση ακονίστηκε, παρ’ ότι ο δρόμος είναι μακρύς…
Σιγά σιγά κατέληξα στο ποια θέλω να είμαι και γιατί παραμένω στο διαδίκτυο.

Υπάρχουν πράγματα για τα οποία θα μετανιώνω και πράγματα για τα οποία είμαι περήφανη.
Αυτό όμως που με χαροποιεί περισσότερο, είναι που μέσα από την Big Mama καταθέτω προσωπικό λόγο και δημιουργία και παράλληλα επικοινωνώ με λίγους αλλά καλούς διαδικτυακούς φίλους χωρίς την ανοησία του «πέρασα να πω μια καλημέρα», που τόσο με χαλάει αλλά συμβαίνει κατά κόρον στα blogs ή το, ακόμη χειρότερο,
«έρχομαι για να έρχεσαι και όχι γιατί κάτι έχω να πω».

Το blogging είναι μια περίεργη ιστορία… θα «παραβιάσω ανοιχτές θύρες» αν αρχίσω να γράφω το πώς και το γιατί των ανθρώπων που κυκλοφορούμε εδώ έτσι όπως το εισέπραξα ως τώρα…
Όλοι τα ξέρουμε και κάποιοι μπορούμε και να τα παραδεχτούμε.

Αυτό που είναι για μένα θετικό, είναι που, βήμα το βήμα, αναγνωριζόμαστε. Ακόμη κι όταν δεν είμαστε «όμοιος ομοίω», ανταλλάσουμε απόψεις με εκτίμηση και σεβασμό.

Σας ευχαριστώ όλους όσους περάσατε, διαβάσατε, σχολιάσατε στη Mama και στα άλλα μου ιστολόγια. Έμαθα πράγματα για μένα μέσα από σας πολλές φορές.

Υπήρξαν φυσικά και άνθρωποι που με ενόχλησε η παρουσία τους, αναγνώστες που απέκλεισα, δυσάρεστες επικοινωνίες. Κι από αυτούς έμαθα.

Έμαθα ότι εδώ, στο διαδίκτυο, ή θα σαλιαρίζουμε γενικώς για να εξασφαλίζουμε τα σχολιάκια μας ή θα είμαστε αληθινοί και πραγματικοί χωρίς δεύτερες σκέψεις και προθέσεις αναγνωσιμότητας και άλλες ανοησίες.

Εδώ και πολλούς μήνες δεν σερφάρω… Μου αρέσει αυτό.
Όπως στη ζωή μας δεν υπάρχει απεριόριστος χρόνος και χώρος για συναναστροφές, έτσι συμβαίνει για μένα κι εδώ.


Να είστε όλοι καλά… περνώ όμορφα στην επικοινωνία μου μαζί σας, μου είστε οικείοι και χαίρομαι πολύ που ανταμώσαμε.



5/12/2009



Ελένη Λ.



ΥΓ… Δεν αντέχω να αντισταθώ στον πειρασμό να σας παραπέμψω στην πρώτη μου ανάρτηση.


Εύα… μια ζωή κομπόστα.



Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Ταραντούλα… της Ελένης Λαδιά



Ένα βιβλίο γραμμένο για ν’ απαντήσει σε ερωτήματα
ή να γεννήσει μυριάδες τέτοια;


Διάβασα την Τ α ρ α ν τ ο ύ λ α της Ελένης Λαδιά απνευστί…

Ένιωσα πουλί που πετά ανάμεσα στις σελίδες του, νύμφη που αναδύεται από τις γραμμές του και ερώτημα που γράφεται εντός του.
Με κέρδισε.


Το κύριο πρόσωπο του έργου, ο αφηγητής-συγγραφέας, ο Ευμένης, είναι ένας μεσήλικας μυθιστοριογράφος που αποφασίζει να μην ξαναγράψει λογοτεχνία.
Ο λόγος απλός: η καθολική έκπτωση, η απουσία ιδανικών, η υποκειμενικότητα και ο ξεπεσμός στο χώρο της τέχνης του.
Παρ’ όλη την απόφασή του όμως, στο ταξίδι που πραγματοποιεί στο χωριό του με σκοπό να συγγράψει το μελέτημά του για τις χριστιανικές αιρέσεις, τα πρόσωπα του μυθιστορήματος που καταπιέζει μέσα του ξυπνούν και μπαινοβγαίνουν αυθαιρέτως στην πραγματικότητά του.
Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, πρέπει να γράψει.


Το βιβλίο, φαινομενικά, ακολουθεί τον δρόμο των παράλληλων διηγήσεων. Δεν είναι όμως έτσι. Εδώ η διήγηση ξεδιπλώνεται σε τρία επίπεδα, συμβολικά και πραγματικά, για να ενωθεί στην κορύφωση και την «από μηχανής λύση» της, σε έναν άλλο τόπο, τα απομεινάρια των ονείρων του συγγραφέα.

«Η λογική των ανθρώπων», το μελέτημα του Ευμένη για τις αιρέσεις, συγγράφεται στο πάνω πάτωμα του πατρικού του σπιτιού, όπως μας λέει ο ίδιος.
Η «Ταραντούλα», το νέο του μυθιστόρημα, γράφεται στο κάτω πάτωμα.
Η διήγηση του τοκετού της συγγραφής παράλληλα με την προσωπική συνάντησή του με το παρελθόν και το παρόν του «γράφεται» στον δρόμο.

Η τριαδικότητα του βιβλίου είναι το αρμόζον πλαίσιο για το θεολογικό θέμα που πραγματεύεται.

«Τρία πρόσωπα, μία ουσία, ο Θεός.»
«Τρεις διηγήσεις, ένα θέμα, ο άνθρωπος.».


Στο μελέτημα του Ευμένη, ξεδιπλώνεται καθαρά, με συμπυκνωμένο μα εύληπτο λόγο, η ανθρώπινη σκέψη, η αναζήτηση της αλήθειας, σφυροκοπημένη ανελέητα από το θεολογικό υπέρλογο.
Τα πρόσωπα και οι θεωρίες τους γίνονται προσιτά μέσα από τη γραφή της Ελένης Λαδιά. Οι αγωνίες τους, διάφανες. Οι θεωρίες τους αγγίζονται άλλοτε με σκεπτικισμό και ανθρώπινη κατανόηση κι άλλοτε με ξεκάθαρη επιστημονική προσέγγιση.
Ερωτήματα και απαντήσεις, ιστορικά στοιχεία και πρόσωπα, μεγάλοι αιρεσιάρχες και κινήματα, Πατέρες της Εκκλησίας και δογματικές αλήθειες της Ορθόδοξης Παράδοσης, στις σελίδες του βιβλίου, αποκαλύπτονται στον υποψιασμένο αναγνώστη που δεν είναι απαραίτητα και γνώστης του εκκλησιαστικού παρελθόντος και των δογματικών περιπετειών της χριστιανικής πίστης.

Στα βάθη της αναζήτησής του, ο Ευμένης, φτιάχνει την δική του αίρεση για να αναπαυθεί εντός της. Μάταια!
Παραληρεί ψιθυρίζοντας δογματικές αλήθειες, τραγούδι και φυλαχτό του νου συγκινητικό. Σαν να ομολογεί πίστη στην «Επί τη Κρήνη του Ύλα Σύνοδο», για την αγάπη των ανθρώπων και την μαρτυρία του συνομηλίκου Χριστού.

«Η λογική των ανθρώπων», από την πλευρά της επιστημονικής πληρότητας, θα μπορούσε πράγματι να αποτελεί ένα ξεχωριστό βιβλίο. Γραμμένο με τόση επάρκεια, όση μας έχει συνηθίσει η Ελένη Λαδιά στα αρχαιογνωστικά της μελετήματα, χωρίς να χάνει στο ελάχιστο η γλώσσα του από τα ωραία ελληνικά της συγγραφέως που τόσο γοητεύουν τους λάτρεις της Λογοτεχνίας.


Το δεύτερο και ομώνυμο μέρος του βιβλίου, η Ταραντούλα, γράφεται στο κάτω πάτωμα. Στο σκοτεινό υποσυνείδητο που ανακαλείται άλλοτε γλυκά και άλλοτε οδυνηρά στη μνήμη.
Εδώ πρωταγωνιστούν οι ένοικοι ενός τριώροφου σπιτιού, της πολυκατοικίας στην οποία διέμενε στο παρελθόν ο συγγραφέας.

Μια ζωγράφος και παλιά φίλη, η Στρατονίκη, αποτελεί το κύριο πρόσωπο της διήγησης. Μια γυναίκα αναλωμένη σε σαρκοβόρους έρωτες που ζωγραφίζει τρισυπόστατες θεές, σημείο αναφοράς και νοήματος. Ένας σάκος με βαριά μυστικά, τα μυστικά της, παραδίνονται στα χέρια του συγγραφέα.
Γύρω, τσακισμένα πουλιά, οι άνθρωποι, κι ακόμη πιο τσακισμένη εκείνη.
Εκείνη επιβαίνει στο άρμα της αδιόρατης θλίψης που όμως, παθολογικά, είναι κατάθλιψη.
Η τέχνη της γραφής αφήνει να φανούν οι αναπηρίες του έρωτα, ενός έρωτα άλλοτε σάρκινου και γήινου κι άλλοτε εκτεθειμένου και ασθμαίνοντος, χωρίς να προχωρά σε ηθικές κρίσεις.
Τριγύρω πάθη πολλά. Τα πάθη των ανθρώπων.
Φιλημένα στο στόμα με αγάπη, χωρίς κατάκριση. Χαϊδεμένα.
Η συγγραφέας τα προσεγγίζει με την απαλότητα και την συγχωρητικότητα ανθρώπου που κατανοεί τα βάθη και τα ύψη τους, τα αναδέχεται και τα μεταμορφώνει σε λόγο.


Το τρίτο επίπεδο του βιβλίου είναι ο δρόμος. Η καθημερινότητα και η σκέψη του Ευμένη. Τα πρόσωπα από το παρόν και το παρελθόν που μπαινοβγαίνουν στη ζωή και τη μνήμη. Άλλοτε ακάλεστα κι άλλοτε ανακλημένα από την μυστική διεργασία της έμπνευσης.

Πρόσωπα πραγματικά, πρόσωπα πλεγμένα με την αλληγορία και το μύθο, άλλα αλλοπαρμένα, συχνά αλλόκοτα, φιγούρες δύσμορφες. Άλλοτε πάλι πρόσωπα αγαπημένα, τρυφερά γνωστά, από τον συγγενικό, τον ερωτικό ή τον φιλικό κόσμο μιας παράξενης, μυστικής σχεδόν, φωτοσκίασης.


Τέλος δεν υπάρχει εδώ. Τα τρία επίπεδα του βιβλίου ενώνονται. Τα πρόσωπα του εισβάλουν στη ζωή του συγγραφέα. Οι πραγματικότητες των ηρώων σμίγουν σ’ έναν μυστηριακό και μανιώδη χορό γνώσης και λύτρωσης.
Η «λογική» και τα «πάθη» των ανθρώπων συμπλέκονται.
Παρόν και παρελθόν αλληλοπεριχωρούνται σε έναν ατέρμονο κύκλο.


Καθένας μας έχει θέση εκεί αν το θελήσει, μα και αν το μπορεί…


Ελένη Λιντζαροπούλου


Ελένη Λαδιά, Ταραντούλα, Εκδόσεις Εστία, 2008.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Η γέννηση της πεταλούδας...



Κάποια μέρα που ο Δημιουργός ξεκουραζόταν, έριξε το βλέμμα του σε κάτι μικρά παιδιά που ξένοιαστα έπαιζαν παραπέρα.


Καθώς τα κοιτούσε άρχισε να σκέφτεται με θλίψη ότι τα παιδιά αυτά κάποια στιγμή θα μεγαλώσουν και θα γεράσουν. Τα χαριτωμένα κοριτσάκια θα γίνουν ρυτιδιασμένες γριούλες. Τα αεικίνητα αγοράκια θα γίνουν παππούδες που θα μετακινούνται με μπαστούνι. Ακόμα και τα παιχνιδιάρικα κουτάβια θα γίνουν γέρικοι σκύλοι. Τα τόσο όμορφα λουλούδια θα μαραθούν. Κι αυτά τα φύλλα από τα δέντρα θα πέσουν και θα ξεραθούν.


Αυτά σκεφτόταν ο Δημιουργός και γινόταν όλο και πιο λυπημένος. Ήταν φθινόπωρο και η σκέψη του χειμώνα, που ακολουθούσε, του βάραινε την καρδιά. Ο καιρός βέβαια ήταν ακόμα ζεστός, ο ήλιος έλαμπε, η φύση αναθαρρούσε απολαμβάνοντας τις τελευταίες ημέρες της ζέστης.

Ο Δημιουργός παρατήρησε το παιχνίδισμα του ήλιου πάνω στα φαιοκίτρινα φύλλα που χόρευαν στον απαλό άνεμο. Άπλωσε τη ματιά του στο απέραντο γαλάζιο του ουρανού, στο λευκό του φωτός έτσι όπως περνούσε μέσα από τα δέντρα, στο καφετί των γερασμένων κορμών…

Κοίταξε τη Δύση που έβαζε τα πορφυρά της για ν’ αποχαιρετήσει τη μέρα και ξαφνικά χαμογέλασε.

Όλα αυτά τα χρώματα δίνουν χαρά, σκέφτηκε. Θα φτιάξω κάτι που και εμένα θα κάνει χαρούμενο και θα το βλέπουν τα παιδιά και θα διασκεδάζουν.


Πήρε λοιπόν ο Δημιουργός την τσάντα του και άρχισε να μαζεύει χρώματα:


Μια νευρική κατακίτρινη ηλιαχτίδα

Μια χούφτα μπλε του ουρανού

Γέρικο λευκό από το περσινό χιόνι

Τον γκρίζο ίσκιο απ’ το μεσημεριανό παιχνίδι των παιδιών

Μαύρο απ’ τις πλεξούδες μιας όμορφης

Πολύ ντροπαλό κρινόλευκο

Φαιοκόκκινο ζεστό από τα φθινοπωρινά φύλλα

Πράσινο της μολόχας

Κατακόκκινο από τα φιλημένα χείλη των κοριτσιών

Μωβ από το ουράνιο τόξο

Πορτοκαλί από την προσμονή των αγοριών.



Αφού τα έβαλε όλα αυτά στην τσάντα του νόμισε ότι κάτι λείπει.

Ήθελε να φτιάξει το τέλειο, το παντοτινό, την ίδια την ομορφιά. Τη χαρά.

Πάνω στην βιασύνη του, κι αφού δεν έβρισκε κάτι πιο όμορφο μπροστά του, έβαλε μέσα στην τσάντα του τα πιο όμορφα τραγούδια των πουλιών.


Ευχαριστημένος τότε περπάτησε ως το σημείο που έπαιζαν τα παιδιά και τους είπε:

- Παιδιά, αυτό είναι για εσάς.

Τους έδωσε την τσάντα και συνέχισε:

- Ανοίξτε το, χαρείτε, ό,τι πιο όμορφο υπάρχει εκεί μέσα.


Τα παιδιά άνοιξαν την τσάντα και τότε αμέτρητες πολύχρωμες πεταλούδες ξεχύθηκαν έξω από αυτήν. Πέταξαν χορεύοντας γύρω από τα παιδιά, κάθισαν στα μαλλιά τους και ξανασηκώθηκαν πετώντας κατά κύματα από το ένα λουλούδι στο άλλο.


Τα μάτια των παιδιών έλαμψαν, οι ρυτίδες των γιαγιάδων απάλυναν, τα πόδια των παππούδων στυλώθηκαν. Οι γέρικοι σκύλοι άρχισαν να κυνηγούν τις ουρές τους.

Γοητευμένη η πλάση από το πανέμορφο τούτο θέαμα, σιώπησε, δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο.


Μέσα στη μαγεμένη εκείνη σιωπή, οι πεταλούδες άρχισαν να τραγουδούν με τις φωνές των πουλιών.

Ξαφνιασμένοι οι άνθρωποι δεν ήξεραν τι να κάνουν και χόρευαν, τα παιδιά χάζευαν χαμογελώντας, τα λουλούδια άνθιζαν.


Καθώς γίνονταν όλα αυτά, ένα τόσο δα μικρό πουλάκι, λυπημένο κι άλαλο, ήρθε πετώντας, κάθισε στον ώμο του Δημιουργού και του τιτίβισε με τη σκέψη του:


-Τσι τσι τσι τσι τσι…

Δεν είναι σωστό που έδωσες τα τραγούδια μας σε τούτα τα υπέροχα πλάσματα. Όταν μας δημιούργησες, είπες ότι κάθε πουλί θα έχει το δικό του τραγούδι που δεν θα το έχει κανένας άλλος. Τώρα έδωσες αλλού αυτά τα τραγούδια και μας τα στέρησες. Γιατί; Δεν είναι αρκετό που έδωσες στα πλάσματα αυτά τα πιο όμορφα χρώματα; Την ελαφράδα, τη χάρη… πρέπει να έχουν και τη δική μας φωνή;


- Έχεις δίκιο», είπε ο Δημιουργός «έδωσα σε κάθε πουλί από ένα τραγούδι και δεν έπρεπε να πάρω πίσω ό,τι σας ανήκει.».


Έτσι πήρε τα τραγούδια από τις πεταλούδες, τα ξαναέδωσε στα πουλιά και γι' αυτό από τότε εκείνες είναι σιωπηλές και, ίσως, και λίγο θλιμμένες.


Μα κι έτσι όμως, είναι τόσο, μα τόσο όμορφες…



Ινδιάνικος Μύθος


Διασκευή Ελένη Λ.




Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...
Ένα κείμενο επίκαιρο, αντίδοτο στην βλακεία που διεκδικεί εύσημα πατριωτισμού... με ένα "κλικ" στην εικόνα διαβάστε το...

Μάθε πόσο μετράει η υπογραφή σου...