Διώνη Ανδρίκου - Κτηνίατρος

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

Ελένη Λαδιά... Τα Ηλιοτρόπια

...

Σας κοίταζα κι έρχονταν στο νου μου άνθη. Είχατε ήδη τακτοποιηθεί στη φελούκα μου, που ήταν αγκυροβολημένη στις όχθες του Νείλου. Αυτόχθονα κορίτσια αυτής της γης, που, μολονότι εισβολέας της, έγινε και δική μου.




Καθισμένες στο δάπεδο της φελούκας σε ημικυκλική διάταξη, με το κουπί στο μέσον να τέμνει το χώρο μοιράζοντάς σας σε δύο ομάδες. Τρεις δεξιά και τρεις αριστερά.

Δε θυμάμαι τα ονόματά σας, ούτε τις φυσιογνωμίες σας. Μόνο το έβδομο κορίτσι θυμάμαι, που στεκόταν όρθιο πάνω στη φελούκα, μια λυγερή, μικρή καλαμιά, που τη φώναζαν Σάμια. Δεκαπεντάχρονα άνθη ήσασταν, λίγο παραπάνω ίσως ή παρακάτω από το χρόνο, δεν είχε σημασία.



Κι εγώ νέος, ντυμένος σε κατάλευκη κελεμπία, στεκόμουν στην άκρη της φελούκας, έτοιμος να τη σπρώξω και να την κυβερνήσω στα πυκνά, ποταμίσια ύδατα. Υπήκοος και λάτρης του ποταμού, γνώριζα τις μικρές του ιδιοτροπίες και τα υγρά του περάσματα.

Σας κοίταζα με κρυφές, έντονες ματιές. Γι' αυτό και η σκηνή καρφώθηκε στη μνήμη μου, έγινε λαβωματιά, που δεν επουλώθηκε με το πέρασμα του καιρού.

Μου θυμίζατε, καθώς σας έβλεπα, τοιχογραφίες που οι παλαιοί σας πρόγονοι ζωγράφιζαν στους νεκρικούς θαλάμους και τους μαστραμπάδες.



Κορίτσια που μοιάζατε μεταξύ σας, όμοια σχεδόν, με ανεπαίσθητες διαφορές, όπως τα άνθη, μαλλιά μαύρα μέχρι το λαιμό, μάτια που το χρώμα τους ξεθώριασε μέσα στο χρόνο, πρόσωπα με το ίδιο ανέμελο και επικίνδυνο χαμόγελο της ηλικίας. Θα μπορούσα να σας ερωτευτώ όλες μαζί, όπως κανείς θαυμάζει ένα σμάρι πουλιά που πετούν ή μικρά, λευκά σύννεφα που ταξιδεύουν στην ίδια κατεύθυνση. Θα μπορούσα, όχι μόνο γιατί το επέτρεπε η θρησκεία μου, αλλά γιατί το γύρευε και η ψυχή μου, να σας σφίξω στο στήθος μου, όπως ένα πανέρι με χουρμάδες.

Όμως, από όλες τις φανταστικές μου απόπειρες ξέφευγε η Σάμια, στεκόταν όρθια, το χέρι της ακουμπούσε σ' ένα από τα κεφάλια των κοριτσιών, κι, όπως φορούσε μακρύ ένδυμα μέχρι τα νύχια των ποδιών, θύμιζε πανάρχαιη ιέρεια. Τα δικά της μαλλιά ήταν μακρύτερα, μαύρα και ολόισια κάλυπταν τους ώμους.



Σάμια, σκέφτηκα τότε και σ' ερωτεύτηκα αστραπιαία και παράφορα. Κι αμέσως τα άλλα κορίτσια έσβησαν, έκλεισαν τα πρόσωπά τους όπως τα νυχτολούλουδα, κι απέμειναν μόνο σκιές σαν πλαίσιο του έρωτά μου.

Θυμάσαι πού σας πήγαινα με τη φελούκα μου, Σάμια; Τι θυμάσαι μετά από είκοσι χρόνια που πέρασαν; Λησμόνησες το βαθύ, ερωτικό βλέμμα που κρυφά σε ανίχνευε; Σ' όλη τη διαδρομή φανταζόμουν πως ταξιδεύαμε αδιάκοπα μόνον οι δυο μας, ξεφεύγοντας από το πλέγμα του χρόνου, και διασχίζαμε τα πυκνά ύδατα του Νείλου απαλά, όπως τα δάχτυλά μου θα ψηλάφιζαν το σώμα σου.



Ο ήλιος μάς φώτιζε με μια ασυνήθιστη γλυκύτητα. Γύρισα και σας κοίταξα. Τα πρόσωπα των κοριτσιών είχαν στραφεί προς το θερμό του φως, το βλέμμα τους χρύσιζε από τις ακτίνες του. Τότε σχεδόν ψιθύρισα, αλλά το ακούσατε: Αμπάντ ελ Σαμς, λάτρεις του ήλιου!

Θυμάμαι πως χαμογελάσατε με την παρατήρησή μου. Μόνο εσύ δε χαμογέλασες, Σάμια, το πρόσωπό σου είχε την ίδια σοβαρότητα.

Θυμάσαι, λοιπόν, πού σας πήγαινα;

Ήταν μια δική σας εορτή και θα επισκεπτόσασταν στην απέναντι όχθη ένα μοναστήρι. Και εγώ ο αλλόφυλος και αλλόθρησκος γινόμουν οδηγός σ' αυτό το σύντομο ταξίδι, το ανεξίτηλο, όπως η αιωνιότητα.

Τότε κάτω από το φως του ήλιου, στη γη μας, Σάμια, σε πήρα μακριά και σε ξάπλωσα στο έδαφος.



Στην πραγματικότητα τραβούσα το κουπί, αμίλητος και ντροπαλός.

Όμως, μεγάλος ο Θεός, μας δώρισε τη φαντασία, γιατί μέσα σ' αυτήν ενώθηκα μαζί σου. Σου φιλούσα τα μαλλιά, το λαιμό, τα χέρια, κι ας μας χώριζαν ουσιαστικές διαφορές, εγώ τις ξεπερνούσα, τρελός από έρωτα, σου άγγιξα τα χείλη, κι εσύ σχεδόν λιποθύμησες. Σκέφτηκα ότι φοβήθηκες την τιμωρία του Θεού σου. Όμως, κι εγώ φοβήθηκα, Σάμια, κι απέμεινα απολιθωμένος να σε κοιτάζω. Είχα αγγίξει νοερώς τον θανατηφόρο καρπό του παραδείσου.

Τότε τράβηξα κουπί δυνατότερα να επιταχύνω το χρόνο, για να σβήσει την εικόνα του νου μου. Ήμουν, όμως, αιχμάλωτος αυτού του έρωτα, που γνώριζα, αλίμονο, ότι ήταν απαγορευμένος και χωρίς διάρκεια. Ντράπηκα για την ανοησία μου, μίλησα για διάρκεια, περιγράφοντας κάτι το φευγαλέο, το ανύπαρκτο.

Ο Νείλος μού φαινόταν μελαγχολικός, ατάραχα κυλούσαν τα νερά του και έθλιβαν την ψυχή μου.



Πού να βρίσκεσαι τώρα, Σάμια, μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια; Θυμήθηκες, άραγε, ποτέ τον νεαρό φτωχό φελάχο, που σας ταξίδεψε;

Εγώ, ώριμος άντρας πια, έχοντας πίσω μου μια πολυμελή οικογένεια, τραβώ ακόμη κουπί στα ποταμίσια ύδατα, μεγάλωσα και άσπρισα εδώ, μεροκαματιάρης του Νείλου. Σ' αυτές τις εικοσάχρονες διαδρομές, σε θυμήθηκα πολλές φορές και μελαγχολούσα, σαν να άκουγα τον λυπητερό ήχο του σουραυλιού.

Από όλα τα κορίτσια της φελούκας, εσύ ήσουν το πιο στοχαστικό. Κοιτούσες μακριά, χανόταν το βλέμμα σου στον ορίζοντα, γινόταν αύρα και άνεμος. Φαινόταν πως ξεπερνούσες τα εγκόσμια, αφήνοντας καταμεσής του ποταμού τον φτωχό σου λάτρη να δέρνεται από τη φαντασίωσή του. Αλήθεια, πολλές φορές σε νοστάλγησα αυτά τα χρόνια, ξαναζώντας το φανταστικό άγγιγμα των χειλιών σου.

Όταν φτάσαμε στην απέναντι όχθη, πρώτη εσύ κατέβηκες από τη φελούκα μου, χαιρετώντας μ' ένα σοβαρό κούνημα του κεφαλιού. Κατάλαβα πως ο νους σου ήταν δοσμένος στο προσκύνημα.


Τι να απέγινες, Σάμια; Καλόγρια, άραγε, βουτηγμένη στις προσευχές και τα θυμιάματα; Ζεις ή έχεις πεθάνει από κάποια αιφνίδια ασθένεια; `Η, μήπως, ώριμη γυναίκα πια, κατατρώγεσαι από τα οικογενειακά σου βάρη; Τι να υπάρχει από το λεπτό, αιθέριο σώμα σου, το ντυμένο με το μακρύ φόρεμα, που σε μεταμόρφωσε σε μικρή ιέρεια;

Όσο είμαι δεμένος εδώ, καρφωμένος σε τούτη τη γη, τη μαύρη και εύφορη, οδηγώντας καθημερινά τη φελούκα μου, όσο διασχίζω αυτό το τεράστιο ποτάμι, το απέραντο σαν τη θάλασσα και βλέπω τα νερά του, άλλοτε μολυβένια κι άλλοτε διάφανα, δε θα μπορέσω να σε λησμονήσω ποτέ.

Είχατε κατεβεί όλες και πήρατε το δρόμο για το μοναστήρι. Η φελούκα μου άδειασε, γλάστρα δίχως άνθη, και ο ήλιος δε φώτιζε πια. Τα μικρά ηλιοτρόπια λύγισαν το μίσχο τους και έσβηναν...

Δε θελήσατε να σας περιμένω για την επιστροφή. Κάποιος άλλος βαρκάρης θα σας εξυπηρετούσε.



Έφυγα μόνος, κι ώρες τραβούσα κουπί, λέγοντας τα παράπονά μου στον ποταμό. Είχα ακούσει πως κάποτε υπήρξε θεός, κι έτσι προσευχήθηκα. Μου απαντούσε το μουρμούρισμα των νερών, αργό, τελετουργικό σαν ψαλμωδία που ξεπηδούσε από πανάρχαιες εποχές.

Ο έρωτας που ένιωσα και δεν πρόλαβε ν' ανθίσει ούτε για μια στιγμή στην πραγματικότητα ζυμώθηκε μ' εκείνη την προσευχή και διασκορπίστηκε στον ορίζοντα. Έρωτας που βουτήχτηκε στο ποτάμι κι έβγαινε ολόδροσος από νοσταλγία, για να στεγνώσει στον ήλιο.

Σάμια, φώναζα ολομόναχος στη φελούκα μου, άγνωστή μου Σάμια, όπως ο ουρανός και ο Θεός, σ' αγαπώ.

Το κουπί χτυπούσε τα ύδατα, συνοδεύοντας τους ρυθμούς της καρδιάς μου. Ο ορίζοντας στένευε, ο ήλιος χάθηκε, το σούρουπο ερχόταν σταθερά, όπως ο χρόνος που φθείρει μια ζωή. Και μέσα από τα ύδατα του Νείλου έβγαινε ένας ήχος μουσικός, ήχος φαραωνικός...



Υστερόγραφο: Το αφήγημα βρέθηκε στις σημειώσεις ενός Έλληνα περιηγητή. Το φαντάστηκε, όπως επεξηγούσε ο ίδιος, όταν είδε μια φωτογραφία που είχε τραβηχτεί πριν από είκοσι χρόνια, σε κάποια περιοχή της Άνω Αιγύπτου. Η φωτογραφία απεικόνιζε εφτά κορίτσια πάνω σε μια φελούκα στις όχθες του Νείλου. Στην άκρη του πλεούμενου έστεκε ο βαρκάρης, έτοιμος να το σπρώξει στον ποταμό...



Το διήγημα συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο της Ελένης Λαδιά «Ο έτυμος λόγος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΑΡΜΟΣ».


Οι πίνακες είναι του Vincent van Gogh


Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...
Ένα κείμενο επίκαιρο, αντίδοτο στην βλακεία που διεκδικεί εύσημα πατριωτισμού... με ένα "κλικ" στην εικόνα διαβάστε το...

Μάθε πόσο μετράει η υπογραφή σου...