Διώνη Ανδρίκου - Κτηνίατρος

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

"Τα όρια της Γλώσσας μου, ορίζουν τα όρια του κόσμου μου"



... έλεγε ο Αυστριακός φιλόσοφος Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν.


Δεν αγάπησα τίποτα περισσότερο από τον τόπο μου όσο τη γλώσσα.


Κελάρυζε γάργαρη στο στόμα μου σαν φιλημένος λόγος. Με μάγευε.

Θώπευα τις λέξεις, τις συλλαβές, τους φθόγγους και τα γράμματα και ήταν σαν να μου επέστρεφαν το χάδι μυστικό κι αιώνιο.

Ώρες ώρες νόμιζα ότι η γλώσσα μου ήμουν εγώ.

Και πράγματι, ανάλογα με την διάθεσή μου και την στιγμή, την μιλούσα φορές γιορτινή κι επίσημη, άλλοτε πάλι απλή και καθημερινή, σπουδαγμένη ή άμεση…

Την έντυνα με τα φορέματα του λόγου και τα στολίδια τα πρεπούμενα.

Τις Δοτικές τις λόγιες, τις είχα σαν ωραία δαντελένια εσάρπα που δεν την βάζουμε όλες τις ώρες. Της ντοπιολαλιάς μου τα ζεστά λεξούδια, σαν μητρικό μποξά αρωματισμένο από Πασχαλινό μαγείρεμα. Τα σημεία στίξης, οδοδείκτες πάντα, σαν αρραβώνα φορεμένο στον δεξιό παράμεσο. Αιτιατικές, κλητικές κι επιφωνήματα, συντάξεις κατά το νοούμενο, αντικείμενα και κατηγορούμενα, κάθε ανάγκη του λόγου, ήταν για μένα θησαυροί ανεκτίμητοι. Άλλοτε συναγμένοι από το μπαούλο της γιαγιάς και της μάνας μου κι άλλοτε από των χρόνων τα διαβάσματα και τη δίψα.

Έτσι είναι η γλώσσα μου. Αρχαία όσο ο τόπος μου και δροσερή όσο το αυριανό πρωινό φως. Ποτέ ακραία, ποτέ ασυλλόγιστη, ποτέ άναρθρη…

Έχει μυριάδες τρόπους για να εκφράσει το ένα και την συμπυκνωμένη ακρίβεια για να περιγράψει το όλο. Είναι αιώνες τώρα ελληνική και μία κι ας έτρεξε αίμα σε διαμάχες δασκαλίστικες κι ας την φτωχαίνει ο δημόσιος λόγος ο έρημος, ο ξηρός και ο πένης.

Κι έτσι καθώς την χαίρομαι και της αφήνομαι συλλογιέμαι:

Πόσο να φταίμε εμείς οι δάσκαλοι που τα παιδιά μας δεν την αγαπούν;

Που οι λέξεις τους μετριούνται πια στα δάχτυλα και είναι τόσο πρόχειρες και λίγες;

Που η δεξαμενή από όπου αντλούνται τα νοήματα και οι έννοιες είναι ρηχή;

Και κάποιο δήθεν λόγιοι βάζουν φκιασίδια παρδαλά σε αποστεωμένο λόγο;

Μην φανταστείτε ότι με όλα αυτά θέλω να πω ότι η γλώσσα μας χάνεται ή θα χαθεί…

Δεν το φοβάμαι.

Όμως δεν είναι κρίμα αυτή η σπουδαία λαλιά που εξέθρεψε τους ποιητές και τους σοφούς, που δάνεισε στην επιστήμη όρους, που έχει τόση δύναμη που περιέγραψε το Θεό και την Αλήθεια... δεν είναι κρίμα να κοιμάται αφίλητη και μοναχή σε άδειο στρώμα;

Εμείς οι δάσκαλοι που είμαστε, υποτίθεται, οι υπηρέτες της…
Οι ποιητές που είναι οι εραστές της…
Οι άρχοντες, οι ιερείς, οι λόγιοι…
Οι άνθρωποι του πνεύματος μα και του καθημερινού χειρωνακτικού μόχθου
Ας την αγαπήσουμε ξανά και ας το κάνουμε αυτό δημόσια.

Ας την διαδώσουμε μιλώντας την ζεστή, πλούσια κι όμορφη.
Ας την χαρούμε, διαβάζοντάς την στα έργα της λογοτεχνίας μας.
Ας την διδάξουμε πλαταίνοντας τα όρια της επικοινωνίας και του κόσμου μας.

Αυτό λέω είναι πολιτισμός… μα και αυτό νομίζω είναι πατριωτισμός στην ουσία, το βάθος και η έννοια αυτού του λόγου. Ένας πατριωτισμός με οικουμενικό εύρος, όσο και η γλώσσα μας.




Μέσα σ' αυτές μου τις σκέψεις, δεν κρύβω το καμάρι μου για την γλώσσα που διδάχτηκε και μιλά ένας μαθητής μας στο Ανοιχτό Σχολείο Μεταναστών Πειραιά…

Ο Σοχίλ.


«Ακούστε τον»*…


Είναι ένας καλός μαθητής… είναι μετανάστης από το Πακιστάν και μιλάμε την ίδια γλώσσα πια… Μιλάμε την ελληνική γλώσσα. Έχουμε και οι δυο πατρίδα μας τον Κόσμο.


Καλή χρονιά σε όλους και από μένα .... από εμένα τον ξένο ...

Αλλά αν ήμουνα ξένος , δεν θα προσπαθούσα να μάθω την γλώσσα σας Έλληνες ...

θα προσπαθούσα να την ξεχάσω ... Προσπαθεί κάποιος μόνο για αυτά που αγαπάει ... Αν ήμουν ξένος δεν θα σεβόμουνα τον πολιτισμό σας ...
Δεν θα μου νοικιάζατε το σπίτι σας ... Ούτε θα με παίρνατε στην δουλειά σας ... Και αυτό γιατί ποτέ σε κανέναν ξένο δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι τόσο σημαντικά πράγματα , όπως είναι η δουλειά και το σπίτι σου ... Επίσης δεν πρέπει ποτέ κανείς να παίρνει χρήματα από έναν ξένο ... Αυτό μου έλεγε η μητέρα μου όταν ήμουνα μικρός ... φαντάζομαι και η δική σας ...

Αλλά εγώ δεν είμαι ξένος, και έτσι έχω μάθει να πληρώνω για όλα ... Φως , νερό , τηλέφωνο , δικηγόρους, γιατρούς, ΙΚΑ ... Συγνώμη που σας τα λέω όλα αυτά , αλλά προσπαθώ και εγώ να καταλάβω πότε είμαι ξένος και πότε δεν είμαι ... Ξέρω πολλούς Έλληνες που δεν ξέρουν να γράφουν ... Επίσης ξέρω πολλούς Έλληνες που δεν σέβονται τον πολιτισμό τους ... Την ίδια τους την πατρίδα ... Αυτοί είναι ξένοι; Και γιατί ζουν εδώ;

Πάλι μπερδεύτηκα ... ΑΝ ΗΜΟΥΝ ΞΕΝΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΧΑ ΜΝΗΜΗ!

Αλλά εγώ θυμάμαι τα πάντα ...

Δεν ξέχασα ποτέ τις κρύες νύχτες έξω από το τμήμα αλλοδαπών ... το χαμόγελο των δασκάλων μου .... την καλημέρα του γείτονα ...

Ούτε θα ξεχάσω ποτέ εκείνον τον μετανάστη που πούλαγε ομπρέλες στην Ομόνοια , και όταν άρχισε να βρέχει , άνοιξε μια και την έδωσε στον ζητιάνο που καθότανε στην γωνία ...

Γιατί αν αυτός ήτανε ξένος, τότε όλες οι ομπρέλες θα ήτανε κλειστές και κανένας ζητιάνος δεν θα γύρναγε σπίτι του ευτυχισμένος ...


Αν εγώ ήμουνα ξένος τότε λυπάμαι αλλά ούτε εσύ θα ήσουνα άνθρωπος ... Θα ήσουνα μια πόρτα κλειστή ... Και κανένας από όλους εμάς δεν θα ήταν εδώ σήμερα ... Γιατί πολύ απλά...

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΞΕΝΟΣ ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ...

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!



*Το κείμενο διάβασε ο Σοχίλ στην κοπή της πίτας του Ανοιχτού Σχολείου Μεταναστών Πειραιά.

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...
Ένα κείμενο επίκαιρο, αντίδοτο στην βλακεία που διεκδικεί εύσημα πατριωτισμού... με ένα "κλικ" στην εικόνα διαβάστε το...

Μάθε πόσο μετράει η υπογραφή σου...