Ήμουν εγώ.
Ήμουν η προσμονή... κι ας μην ήξερα τι πρόσμενα.
Ήμουν η αρραβωνιαστικιά, ο ναύτης, οι γλάροι, το νησί...
Ήμουν η αίσθηση και το υγρό φως του αρχιπελάγους.
Ήμουν η ελπίδα κι η αμεριμνησία.
Κι ήταν για μένα αυτό το τραγούδι...
Οι γαλάζιοι ψίθυροι της νύχτας.
Η αντανάκλαση του μέλλοντος.
Η διψασμένη εφηβεία.
Ανεμίζω λοιπόν το φουστάνι μιας νιότης που ξενυχτά ακόμη τραγουδώντας.
Αρματώνω καράβια, μαντηλάκια ερχομού.
Στην οσμή και την γεύση του σήμερα οι στίχοι του παραστέκουν, δροσεροί ακόμη μέσα μου, να δοθούν απλόχερα στον πιο "ελαφρό κυματισμό".
Ελένη Λ.
Ο έρωτας.
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλαροί των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι
Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδίου του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Τα Λιανοτράγουδα του Μεγάλου Ερωτικού, παραδοσιακά στιχάκια μελοποιημένα από τον Μάνο Χατζιδάκι...
Με ένα αξεπέραστο ντουέτο από τον Δημήτρη Ψαριανό και τη Φλέρυ Νταντωνάκη...
Και την ελληνική δισκογραφία σε μια μεγάλη της στιγμή...
Ο Μεγάλος Ερωτικός, ένας δίσκος του 1972 που ο χρόνος ανέδειξε σε κλασσικό, περιέχει μια σπάνια διαδρομή στην ερωτική ποίηση. Από την Σαπφώ ως τον Lorca κι από τον Ευριπίδη ως τον Σαραντάρη, ο δίσκος είναι ακόμη αυτό που ο συνθέτης του θέλησε, ένας "λαϊκός θεός"...
Είναι όμως και μία πρόκληση στο σήμερα... πρόκληση με την μορφή ερωτήματος:
Τι είναι τελικά "λαϊκό τραγούδι"; Είναι αυτό που ακούει ο "λαός" ή είναι αυτό που χαρακτηρίζει και εκφράζει την πορεία ενός λαού μέσα στο χρόνο;
Θα επιμένω να απαντώ το δεύτερο... Σε μια αντιερωτική και ξεφτισμένη εποχή, σε μια εποχή που οι δημιουργοί συχνά σιωπούν... θα επιμένω. Δεν είναι σημεία των καιρών το ξέφτισμα, η σιωπή και η έκπτωση, οι "καιροί" είναι προϊόν τους.
Όσο οι δημιουργοί σιωπούν, τόσο οι "καιροί" ξεφτίζουν...
"Ο Μεγάλος Ερωτικός είναι ένας λαϊκός θεός που ζει στη φαντασία μας απ' τη στιγμή που γεννιόμαστε ίσαμε να πεθάνουμε, όμορφος, εφηβικός και αδιάκοπα ζωντανός.
Ο Μεγάλος Ερωτικός δεν φοράει γραφικά τοπικά ρούχα. Φοράει δικά του που συνθέτουν δύσκολους συνδυασμούς ήχων, ανάλφρων χρωμάτων και ποιητικών ονείρων. Δεν περιέχει μηνύματα που εύκολα τα σβήνουν οι βροχές. Δεν αντιστέκεται.
Από άσματος άρχεσθαι και επί των μελισμάτων αυτού και άδετε μετ' εμού.
Η σειρά που ακολουθούν τα ποιήματα αυτά των Ελλήνων ποιητών σχηματίζει έναν αδιάσπαστο κύκλο τραγουδιών, μια λειτουργία για τον Μεγάλο Ερωτικό, κάτι σαν τους εσπερινούς Αγίων σ' ερημοκκλήσια μακρινά με τη συμμετοχή φανταστικών αγγέλων, εραστών, παρθένων και εφήβων. Είναι μια λιτανεία περίεργη, όμως και τόσο φυσική, στη εσωτερική κι απόκρυφη ζωή μας.
Προσπάθησα να δημιουργήσω απλά τραγούδια αλλά όχι κι εύκολα. Γι' αυτό διάλεξα με προσοχή τους τραγουδιστές που θα τα ερμήνευαν.
Και πρώτα η Φλέρυ Νταντωνάκη, με πάθος, σπάνια φωνή κι εσωτερική ένταση και ο Δημήτρης Ψαριανός, απέριττος, νεανικός και γνήσια λαϊκός.Και οι δυο τους τραγουδώντας στον «Μεγάλο Ερωτικό» νομίζω ότι δίνουν μαθήματα ήθους, αλήθειας και μαγείας στο λαϊκό τραγούδι. Με τα τραγούδια αυτά αποτείνομαι στην πιο κρυφή ευαισθησία των νέων ανθρώπων κάθε ηλικίας κι όχι στους εφήμερους και ανεξέλεγκτους ερεθισμούς τους.
Τα τραγούδια αυτά δεν έιναι αισθησιακά. Λειτουργούν πέρα απ' την πράξη, στο βαθύ αίσθημα που χαρακτηρίζει οποιαδήποτε σχέση, κάθε μορφής, αρκεί να περιέχει τις προϋποθέσεις για ανθρώπινη επικοινωνία.
Ο Μεγάλος Ερωτικός είναι μια σειρά από λαϊκά τραγούδια, που γράφτηκαν πρώτ' απ' όλα για να επικοινωνήσω εγώ ο ίδιος με όλα τα ελληνικά πρόσωπα που αγαπώ βαθιά, αυτά που γνώρισα, αυτά που θα γνωρίσω κι αυτά που δεν θα μπορέσω ποτέ μου να γνωρίσω. Κι ακόμη, μες απ' αυτά, να ενωθώ με την ψυχή του τόπου μου σε μια λειτουργία αθάνατη, ερωτική κι ελληνική."
Μάνος Χατζιδάκις, 28 Νοεμβρίου 1972*
.
.
Απ’ όλα τ’ άστρα τ’ ουρανού ένα είναι που σου μοιάζει ένα που βγαίνει το πουρνό όταν γλυκοχαράζει.
Κυπαρισσάκι μου ψηλό, ποια βρύση σε ποτίζει, που στέκεις πάντα δροσερό, κι ανθείς και λουλουδίζεις.
Να ’χα το σύννεφο άλογο και τ’ άστρι χαλινάρι το φεγγαράκι της αυγής να ’ρχόμουν κάθε βράδυ.
Αν μ’ αγαπάς κι είν’ όνειρο, ποτέ να μην ξυπνήσω γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω.
Της θάλασσας τα κύματα τρέχω και δεν τρομάζω κι όταν σε συλλογίζομαι, τρέμω κι αναστενάζω.
Τι να σου πω; Τι να μου πεις; Εσύ καλά γνωρίζεις και την ψυχή και την καρδιά εσύ μου την ορίζεις.
Εγώ είμ’ εκείνο το πουλί που στη φωτιά σιμώνω, καίγομαι, στάχτη γίνουμαι και πάλι ξανανιώνω.
Σαν είν’ η αγάπη μπιστική, παλιώνει, μηδέ λιώνει ανθεί και δένει στην καρδιά και ξανακαινουργώνει.
Χωρίς αέρα το πουλί, χωρίς νερό το ψάρι χωρίς αγάπη δε βαστούν κόρη και παλικάρι.
Ο ένας με έντονο πορτοκαλί πουκάμισο κι ο άλλος με μαύρο ριγέ.
Μελαχρινά πρόσωπα, μεγάλα μάτια, ευγενικό βλέμμα.
Ντυμένοι και οι δύο στην πένα… ο Σοχίλ και ο Ικμπάλ.
Ούτε κόκκος σκόνης δεν είχε ακουμπήσει πάνω τους.
Είχαν φορέσει τα καλά τους γιατί ήταν ημέρα γιορτής, Η γιορτή για το τέλος της Σχολικής Χρονιάς 2008-2009, του Σχολείου Μεταναστών Πειραιά.
Είχαν φορέσει τα καλά τους για να συναντηθούν με τον Ελληνικό Πολιτισμό, με όχημα την γλώσσα και την ποίηση.
Όλοι είχαμε φορέσει τα καλά μας. Οι μετανάστες-μαθητές του Σχολείου, οι δάσκαλοι, οι φίλοι… όλοι.
Στην πόρτα υποδεχόταν τον κόσμο, σπεύδοντας να δώσει σε όλους το πρόγραμμα της γιορτής, ένας Ινδός μαθητής. Στο πρωτόκολλο η Βάσω και κατόπιν εγώ. Στην υποδοχή η Κάτια και ο Γιώργος… γενικών καθηκόντων η Μαλάμω, τελετάρχες, πανέμορφοι και ζεστοί, με δυο γαλάζια χάρτινα καράβια στα χέρια να μας ταξιδεύουν,η Θοδώρα και ο Γιάννης.
Το μουσικό χαλί διακόπτεται για ν’ ακουστεί το καλωσόρισμα σε εννέα γλώσσες…
Αμέσως μετά η Θεοδώρα καλεί τον ποιητή Φαριάντ Φερεϋντούν να μας μιλήσει. Τον προσκαλεί μιλώντας στη γλώσσα του, περσικά, εκείνος της απαντά ελληνικά.
Η στιγμή είναι φορτισμένη… Οι στίχοι του ποιητή επιβεβαιώνονται…
«Δεν είμαι ξένος.»
Αρχίζουμε όπως όλες οι σχολικές γιορτές, με προσευχή. Το «Πάτερ υμών» από τον Ικμπάλ και η «Αλ Φατέχα» από τον Σοχίλ. Ο κόσμος χειροκροτά.
Ποιες είναι αυτές οι δασκάλες που κατάφεραν έναν Μουσουλμάνο να διαβάσει μια Χριστιανική προσευχή; Και με ποιο τρόπο έγινε αυτό;
Η Μαρία και η Μαρώ… θα άξιζε να τις γνωρίσετε… γλυκές και ζεστές, γεμάτες αγωνία για το αν θα κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Η μέθοδος «πειθούς» που εφαρμόζουν είναι η αποδοχή, ο σεβασμός και η αγάπη. Απλή μέθοδος.
Ξαφνικά το προαύλιο πλημμυρίζει από λόγος καθαρό και σταράτο.
«Σκέψεις ενός ξενιτεμένου για τη μετανάστευση.»
Δυο είναι οι ξενιτεμένοι που μιλούν αλλά τους εκφράζουν όλους.
«Πρέπει κάποτε να καταλάβομε πως η ανθρώπινη ζωή χάνει την αξία της, πουλιέται κι αγοράζεται φτηνά, πολύ φτηνά, όταν δεν έχει ελπίδα…»
«Γιατί τελικά μετανάστες είμαστε όλοι, και η χαμένη πατρίδα που ψάχνουμε, είναι η καρδιά μας που αφήσαμε πίσω…»
Η συγκίνηση από τα λόγια τους, η αλήθεια που περιέχουν, γεμίζουν τα μάτια μας δάκρυα που δεν στεγνώσαν ως το τέλος…
Μπρεχτ και Ρίτσος για την συνέχεια από τους μαθητές του Φώτη… Ποιος είναι ο Φώτης που διδάσκει ποίηση; Αυτός ο αποκοτιά…ρης τύπος που είχε την έμπνευση της ίδρυσης του Σχολείου. Έτσι απλά το σκέφτηκε και η σκέψη έγινε πράξη.
Ο Χρήστος επέλεξε ελληνικά παραδοσιακά στιχάκια για τους μαθητές του. Είναι ο πιο έμπειρος από όλους μας στην διδασκαλία της ξένης γλώσσας και είναι αυτός που μας επιμορφώνει τακτικά… να είναι καλά.
Ένα κινέζικο παραμύθι στα ελληνικά από την Τσιν Ιη, μαθήτρια της Κάτιας και ένα παραδοσιακό τραγούδι από το Πακιστάν από τον Μουναβάρ, μαθητή του Σέργιου.
Ω, μην τα νομίζετε απλά πράγματα… Το να διδάξεις σε ανθρώπους, που η γλώσσα τους και η γραφή τους δεν είναι συλλαβικές, την έννοια του σχηματισμού των συλλαβών με γράμματα… είναι άθλος.
Ο Στράτος, η Μαριτίνα, η Ιωάννα, η Τζένη, ο Γιάννης, η Θεοδώρα… συνεργάστηκαν…
Οι μαθητές τους βροντοφώναξαν «δεν είμαι ξένος».
Διάβασαν Ρίτσο και Φερεϋντούν, παραδοσιακά στιχάκια, κείμενα που έγραψαν μόνοι τους…
Οι μαθητές της Ελένης αφηγήθηκαν ιστορίες από τον τόπο τους…
Η Βίβιαν και η Ρόζα παρουσίασαν με τους μαθητές τους-σε διασκευή-το θεατρικό έργο «Ένας στους δέκα» του Λαέρτη Βασιλείου…
Εκεί στην Παλιά Κοκκινιά με τις Προσφυγικές μνήμες, δεν μπορέσαμε να μην ταυτιστούμε με τους νεκρούς των συνόρων, με την γενιά χωρίς ελπίδα…
Έτσι, μ’ αυτή τη φόρτιση του πόνου και της απώλειας, πιαστήκαμε σε κύκλο, με τους μαθητές της Μαρίας…
Οι πακιστανοί και οι Ινδοί μαθητές τη Μαρίας… οι δάσκαλοι κι οι καλεσμένοι… σ’ έναν μακρύ χορό της ξενιτιάς…
«Γιάννη μου το μαντήλι σου…», χορέψαμε, κι η ξενιτιά έπαιρνε άλλο νόημα, γινόταν πατρίδα.
Γινόταν πατρίδα για να στεγάσει το τρελό κέφι, το χορό, το κρασί, τους ατελείωτους μεζέδες…
Έλληνες χόρευαν σε τρελούς πακιστανικούς ρυθμούς από τους «Μπατ και Ματού» και Πακιστανοί χόρευαν ζεϊμπέκικο από τους «Χωρίς Πρόβα»…
Και μη νομίζετε πως δεν είχαμε και «Ενδεικτικά» όπως κάθε σωστή μαθητική γιορτή… Είχαμε.
Ο Αχιλλέας, που όλο το χειμώνα έχει την ευθύνη της Γραμματείας του Σχολείου, έδωσε την χαρά του να έχουν, όλοι όσοι φοίτησαν κανονικά, «ένα χαρτί στα χέρια τους» με «σφραγίδα και υπογραφή»…
…
Τελείωνε η βραδιά, τελείωνε η χρονιά…
Μαζεύαμε καρέκλες… φεύγαμε…
Ποιος ξέρει αν θ’ ανταμώναμε του χρόνου. Πού θα μας είχε σπρώξει τον καθένα ο άνεμος της ζωής…
Μου ήρθαν στο νου άλλοι μαθητικοί αποχαιρετισμοί, δάκρυσα…
Είχα την ανάγκη ενός φίλου να τα μοιραστώ όλα αυτά.
Να πω με πάθος: Ήθελα να ήσουν εδώ. Ήθελα να το δεις, να το ζήσεις… Να δεις τους Κινέζους να διαβάζουν Ελληνική Ποίηση, τους Πακιστανούς να χορεύουν Ηπειρώτικά, τους Έλληνες να αγκαλιάζονται με όλους…
Είχαμε γίνει όλοι μια φυλή, η Ανθρώπινη…
Μια χώρα… ο Κόσμος.
Είχαμε γνωρίσει ο ένας τον άλλο.
Είχαμε γίνει ένα… με όχημα τον πολιτισμό, την γλώσσα, την μουσική και την ποίηση.