Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελένη Λαδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελένη Λαδιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Η ΑΡΡΗΤΗ ΚΟΡΗ σε κείμενα ΕΛΕΝΗΣ ΛΑΔΙΑ και ποίηση Δ. Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑ στα ΑΙΣΧΥΛΕΙΑ 2012


Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012, 20:30, Παλαιό Ελαιουργείο Ελευσίνας 

Η «Άρρητη Κόρη» είναι μία περαιτέρω έρευνα της χορογράφου Αιμιλίας Μπουρίτη πάνω στο θέμα της Ιεράς Οδού και του Ελευσίνιου μύθου. Η παράσταση αποτυπώνει την τριπλή φύση της Περσεφόνης και τη μοίρα του Ζαγρέως (Διονύσου).
Η παράσταση (intergrated performance) είναι μία σύνθεση σωματικού θεάτρου σε συνδυασμό με διάφορες τεχνικές χορού, ζωντανής μουσικής με συνθέσεις ακουστικών, ιδιόφωνων οργάνων και ηλεκτρονικής μουσικής, ψαλτικής τέχνης  και εικαστικής εγκατάστασης. Τα στοιχεία αυτά συντελούν ώστε η παράσταση να δημιουργεί γέφυρες μεταξύ του αρχαίου δράματος και της σύγχρονης τέχνης.

Σκηνοθεσία, χορογραφία, εικαστική εγκατάσταση: Αιμιλία Μπουρίτη
Μουσική σύνθεση - performance: Τάσος Φωτίου, Γιώργος Κατσάνος 
Συντελεστές:  Παναγιώτης Γαρμπής, Θάλεια Δήτσα, Μυρτώ Μπουρίτη, Αιμιλία Μπουρίτη
Ψαλτική: Νίκος Στάθης
Κατασκευή μάσκας: Γιώργος Μαυρίκος 
Φωτισμός:  Σοφία Αλεξιάδου 
Φωτογραφία:  Βούλα Ανδρώνη 
Κοστούμια:  Ντομινίκ Ντελκός  
Ηχοληψία: Γιάννης Πετρόλιας

Στην παράσταση χρησιμοποιούνται τα εξής κείμενα:

Ομηρικός ύμνος στη Δήμητρα σε μετάφραση Δημήτρη Παπαδίτσα και Ελένης Λαδιά, Άπαντα Δημήτρη Παπαδίτσα, Οι Έλληνες παίδες στην αρχαιότητα και Μυθολογικά Παράδοξα και ένα διήγημα Ελένης Λαδιά

Εισιτήρια: 12 ευρώ / 5 ευρώ φοιτητικό

Αναχώρηση πούλμαν από το Σύνταγμα 19:15 για την Ελευσίνα με επιστροφή (Φιλελλήνων και Ερμού έξω από τα Mc Donalds). Κρατήσεις θέσεων: 6937803353. Εισιτήρια: 3 ευρώ


ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΔΡΑΣΗ
ΑΡΡΗΤΗ ΚΟΡΗ - ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ
Με τη λογοτέχνη Ελένη Λαδιά και τη χορογράφο και εικαστικό καλλιτέχνη Αιμιλία Μπουρίτη
Τετάρτη 29 Αυγούστου, 18:00
Πολυχώρος RED DOT Ευμολπιδών 24 & Τριπτολέμου, Γκάζι

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού με τη συγγραφέα Ελένη Λαδιά



Τον ξέρεις τον καιρό στην Ελλάδα, άμα τον πιάσουν τα ανάποδά του κάνει του κεφαλιού του. Σήμερα ήταν μια τέτοια μέρα. Ο καιρός είχε τα νεύρα του και τα μαλλιά μας είχαν τα χάλια τους μαζί με τα ρούχα και τα παπούτσι μας που μουσκεύτηκαν από την βροχή. Μα ποιος θα νοιαζόταν για ρούχα και παπούτσια; Για μαλλιά; Ούτε λόγος… 
Ήταν τόσο σημαντική η μέρα που ο καιρός δεν θα επιτρέπαμε να μας τα χαλάσει.

 

Το ραντεβού μας κλεισμένο εδώ και τρεις εβδομάδες. Τόσος καιρός χρειάστηκε για να μελετήσουν οι μαθητές το κείμενό σου και να γνωρίσουν , έστω και λίγο, το έργο σου.
Περάσαμε την πύλη υπό βροχή στις 9.00 ενώ είχαμε πει 9.30. Σιγά που δεν θα ερχόσουν πιο νωρίς… Εγώ ένα βήμα από τα σχολείο και παρόλα αυτά εσύ έφτασες πριν από μένα από τόσο μακριά. Βλέπεις δεν με ακούς, είσαι ανυπόμονη. Όχι σαν παιδί, σαν ερωτευμένη. Ερωτευμένη με την γνώση και παράφορα δοσμένη στον λόγο. Θα μου πεις, πώς θα γινόταν αλλιώς;
Ναι, δεν θα γινόταν. Είσαι συγγραφέας.  


Ούτε τα προσχήματα δεν άντεχες να κρατήσεις…  «πού είναι η τάξη;», όλο ρωτούσες μέχρι να περάσουμε τους διαδρόμους. Δεν σ’ ενδιέφερε κανείς άλλος, μόνο τα παιδιά.
Και πολύ καλά έκανες. Φάνηκε στο τέλος. Τότε που οι μαθητές σχεδόν σε αγκάλιαζαν για να σου δείξουν πόσο κοντά τους σε ένιωσαν, πόσο τους άγγιξαν αυτά που τους είπες.
Πώς ανορθωνόταν το σώμα σου σαν τους μιλούσες… έτσι αναλήπτεται ο πνευματικός άνθρωπος. 
Θεία μυσταγωγία, μετάληψη. 

 
Πόσο σε θαύμασα για την αλήθεια σου την γεννημένη από την αγωνία να μοιραστείς, να κεντρίσεις, να δώσεις.  Μίλησες για την Λογοτεχνία, για την γλώσσα, για το ωφέλιμον της ανάγνωσης.  «Να διαβάζετε, έστω και μια σελίδα την ημέρα.» Μίλησες για τη συγγραφή με τόσο ήθος και απλότητα, με τόση αλήθεια. «Τι σκέφτεστε και τα γράφετε όλα αυτά, τα συζητάτε με κανέναν;», ρωτούσαν τα παιδιά γοητευμένα από την τέχνη του λόγου σου. Κι εσύ με την γλυκύτητα σου όλη άπλωσες τα χέρια και τους την χάρισες αυτή την τέχνη. Έτσι έπρεπε. «Κοιτάξτε, θα σας πω κάτι θεολογικό.», είπες, «Μία η Χάρις, πολλά τα χαρίσματα. Κι η συγγραφή είναι ένα από τα πολλά χαρίσματα.» Κι ένοιωσαν ξαφνικά όλα εκείνα τα παιδιά με τα μελένια μάτια να χουν ισάξια χαρίσματα. Άλλος έπαιζε άξια μπάλα, άλλος ήταν σπουδαίος μάγειρας, άλλος κατείχε την τέχνη του μαραγκού.  Κι ομόρφαιναν ετούτες όλες οι χάρες από τον λόγο σου, πλάταιναν, ψήλωναν και ψήλωναν μαζί εκείνοι που τις κατείχαν. Αυτό είναι η ένδειξη της μεγαλοσύνης.  
Γι αυτό σήμερα σε αγάπησα λίγο ακόμη κι ας νόμιζα πως δεν πάει άλλο…  Για κείνη τη μεγαλοσύνη της χάριτος.  Κείνο το χάρισμά σου το μαγικό.  

 

Σ’ αγάπησαν, έστω και μια στάλα, κι εκείνοι, οι περίπου εικοσιπέντε κρατούμενοι μαθητές, τα εικοσιπέντε παιδιά. Τι όμορφα το απόγευμα όλο σκέψη μου είπες: « νος μου εναι κόμη στά παιδιά, γιατί παιδιά εναι, πλανημένα λλά παιδιά!» 
Κι οι καθηγητές που φρόντισαν να ανοίξει η κουβέντα με τις ερωτήσεις τους. Ειδικά η φιλόλογος, η ακούραστη Σοφία Αντωνιάδου που δίδαξε στους μαθητές  τον Ονειρόσακό σου και ετοιμάζει πράγματα και θαύματα στην βιβλιοθήκη.
Κι ο Διευθυντής του σχολείου, ο Γιώργος Ζουγανέλης, πόσο πολύτιμα τα λόγια του στην κατοπινή κουβέντα του μαζί μου. 


«Ερχόμενη στο χώρο μας προσέδωσε ήθος, ελπίδα, ανθρωπιά. Κλείδωσε συναισθήματα που θα βοηθήσουν στη ρότα τους για ελευθερία. Δημιούργησε εντυπώσεις ανεξίτηλες με την αγάπη της της συγγραφής. Πριν διαβάσω το κείμενό της και κατά τη διάρκεια της συνάντησής μας, διαισθανόμουν πως κάτι μαργαριταρένιο, στοχευμένο έκρυβε το πολυγραφ-ώ-τατο άτομο. Δεν με διέψευσε το ένστικτό μου, σε ευχαριστώ που την ένιωσα.»  

Η σχέση μου με το σχολείο των φυλακών είναι ένα από τα πολλά δώρα της δουλειάς μου. Δουλεύοντας στις δημόσιες σχέσεις του Δήμου Κορυδαλλού έχω την ευκαιρία να ζω στην πράξη την κουβέντα του Δημάρχου, του Σταύρου Κασιμάτη: «Εμείς θέλουμε να φύγουν οι τοίχοι. Άλλο οι τοίχοι και άλλο οι άνθρωποι. Γι αυτούς κάνουμε όλα όσα μπορούμε.» 

Θα ξαναπάμε στο Σχολείο των Φυλακών Κορυδαλλού, το ξέρω. Ποτέ όμως πια δεν θα είναι «πρώτη φορά».  Μπορεί να είναι καλύτερα, μαγευτικά, ουσιαστικά και ακόμη πιο στοχευμένα, εξάλλου, δήλωσες διαθέσιμη να πηγαίνεις δυο φορές, ίσως και παραπάνω, το μήνα για να διαβάζετε μαζί με τους μαθητές και να αναλύετε τους κλασσικούς της σκέψης, τον Ντοστογιέφσκι που τόσο αγαπάς…
Όμως αυτή η πρώτη φορά θα μείνει αξέχαστη. 

Έτσι είναι οι «πρώτες φορές» όλες. Καθορίζουν καλά ή κακά τη συνέχεια.


Ελένη Λιντζαροπούλου
18-5-2012 

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

Παρουσίαση του βιβλίου της Ελένης Λαδιά "Ο Αγαπημένος του Όντος" για την ποίηση του Δ. Π. Παπαδίτσα στο βιβλιοπωλείο της Εστίας


Οι εκδόσεις λογείον και το βιβλιοπωλείο της Εστίας 

σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου της Ελένης Λαδιά,  
Ο Αγαπημένος του Όντος για την ποίηση του Δ. Π. Παπαδίτσα

Η εκδήλωση θα γίνει το Σάββατο 18 Φεβρουαρίου και ώρα 12.00 
στον χώρο του βιβλιοπωλείου. 

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: 
Ηλίας Κεφάλας, ποιητής - συγγραφέας 
Ελένη Λιντζαροπούλου, ποιήτρια - θεολόγος 
Η συγγραφέας θα διαβάσει ποιήματα του Δ. Π. Παπαδίτσα.

 ******

Το βιβλίο αυτό – στην πρώτη του έκδοση από τις εκδόσεις Imago (1984) – υπήρξε αφορμή γνωριμίας μου με την συγγραφέα αλλά και οδός κατανόησης της ποίησης του Δημήτρη Παπαδίτσα. 

Καρπός του ανταμώματός αυτού υπήρξε η εργασία μου: «Δ.Π.Παπαδίτσας – “Εν Πάτμω” - Θρησκευτικό συναίσθημα και Αποκαλυπτικό μήνυμα». 

Είναι μεγάλη μου τιμή λοιπόν μα και χαρά που προσκλήθηκα να μιλήσω για την συγγραφέα και το έργο της μαζί με τον εκλεκτό ποιητή Ηλία Κεφάλα.

Η παρουσία σας θα κάνει την χαρά μου μεγαλύτερη.

Ελένη Λιντζαροπούλου 


Περισσότερα για τη συγγραφέα και το βιβλίο ΕΔΩ 

Για τον Δ.Π.Παπαδίτσα διαβαστε το άρθρο μου στη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ 

 


Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ με την συγγραφέα ΕΛΕΝΗ ΛΑΔΙΑ

Η Ελένη Λαδιά, την οποία γνωρίζουμε από τα βιβλία της, επεκτείνει την δημιουργική της γραφή και στην εικόνα με την δημιουργία έργων κολάζ που θα παρουσιάσει αυτές τις μέρες στο Βιβλιοπωλείο της Εστίας.

Το Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011 μπορείτε να την συναντήσετε, να πάρετε υπογραφές στα βιβλία της και να απολαύσετε το περιβάλλον του βιβλιοπωλείου με τις εμπνευσμένες κατασκευές, από τις 12 το μεσημέρι στο Βιβλιοπωλείο της Εστίας (Σόλωνος 60, τηλ.: 210 3615 077).

Η Ελένη Λαδιά γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε αρχαιολογία και θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα πιο γνωστά λογοτεχνικά της έργα είναι: Χάλκινος ύπνος, Αποσπασματική σχέση, Η θητεία, Τα άλση της Περσεφόνης, Η Χάρις. Έχει τιμηθεί με το Β΄Κρατικό βραβείο (1981) για την συλλογή Χάλκινος ύπνος, με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1999) για την Ωρογραφία και με το Κρατικό βραβείο Διηγήματος (2007) για την νουβέλα Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι.

Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί στα σλοβένικα, τα γαλλικά και τα αγγλικά, το μυθιστόρημά της Χι ο Λεοντόμορφος στα σερβικά, Η Χάρις και Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι στα ρουμανικά. Από τις εκδόσεις της Εστίας κυκλοφορούν ακόμη τα βιβλία: Φυσιογνωμίες τόπων, Ποταμίσιοι έρωτες, Φρειδερίκος και Ιωάννης, Θεών και ανθρώπων συναντήσεις, Ταραντούλα και Ο μαύρος Ερμής.


Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Ελένη Λαδιά: Η Φανώ

Ἑ­λέ­νη Λα­διᾶ

Ἡ Φα­νώ

ΠΟ ΠΟΛΥ μι­κρὴ ἡ Φα­νὼ ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν μου­σι­κὴ καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς ξε­χνι­ό­ταν κά­τω ἀ­πὸ τὸ δέν­δρο τῆς αὐ­λῆς, ἀ­κού­γον­τας ἤ­χους στὴν φαν­τα­σί­α της, ποὺ κα­μιὰ φο­ρὰ γί­νον­ταν τρα­γού­δι μὲ λέ­ξεις δι­κές της. Στὰ ἕν­δε­κά της ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α της νὰ πά­ρει μα­θή­μα­τα πιά­νου πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε. Ἡ δα­σκά­λα τῆς μου­σι­κῆς ἔ­με­νε μα­κριά, κά­που στὸ τέρ­μα τοῦ Δή­μου, σ’ ἕ­ναν δρό­μο ἀ­νη­φο­ρι­κό, καὶ ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νη. Ὅ­ταν τῆς ἔ­κα­νε μά­θη­μα πιά­νου, ὁ ἦ­χος δὲν ἀ­κου­γό­ταν. Ἡ μι­κρὴ Φα­νὼ ἦ­ταν πο­λὺ ντρο­πα­λὴ γιὰ νὰ ρω­τή­σει τὴν αἰ­τί­α. Ἀ­πὸ χα­ρα­κτή­ρα καὶ ἀ­γω­γὴ δὲν ζη­τοῦ­σε οὔ­τε ρω­τοῦ­σε τί­πο­τε. Ἡ δα­σκά­λα τοῦ πιά­νου τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψε κά­ποι­α φο­ρὰ πὼς ἦ­ταν τὸ «κρυ­φό της μά­θη­μα». Καὶ μο­λο­νό­τι με­γά­λη κο­πέ­λα εἴ­κο­σι χρο­νῶ ἐ­κμυ­στη­ρεύ­τη­κε στὴν μι­κρὴ πὼς ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μὲ ἕ­ναν φαν­τά­ρο καὶ τοῦ ἔ­στελ­νε κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς της τὰ δί­δα­κτρα τῆς Φα­νῶς. Τὸ κο­ρι­τσά­κι κα­τα­κοκ­κί­νη­σε καὶ δὲν δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε. Μά­λι­στα στὸ βά­θος τῆς καρ­διᾶς της λυ­πή­θη­κε τὴν δα­σκά­λα. Ἔ­τσι προ­σπα­θοῦ­σε νὰ φαν­τα­σθεῖ τοὺς ἤ­χους τῶν πλή­κτρων καὶ δι­ά­βα­ζε μὲ φι­λο­τι­μί­α τὴν θε­ω­ρί­α καὶ τὸν ὁ­ρι­σμὸ τῆς ἁρ­μο­νί­ας. Ἔ­παιρ­νε μα­ζί της τὸ τε­τρά­διο μὲ τὴν μου­σι­κὴ ὕ­λη καὶ ἀ­πο­μνη­μό­νευ­ε ἀ­κό­μη καὶ στὸ φτω­χι­κὸ σπί­τι τῆς φί­λης της. Ὁ γά­τος ὁ Μι­σο­κο­λά­κης ποὺ κοι­μό­ταν μα­ζὶ μὲ τὴν Ἄν­να, τὴν με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­δελ­φὴ τῆς Γι­ωρ­γί­τσας, γουρ­γού­ρι­ζε στὸ χα­λά­κι τοῦ πα­τώ­μα­τος κον­τὰ στὴν γκα­ζι­έ­ρα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ἡ οἰ­κο­γέ­νεια γιὰ τὴν πα­ρα­σκευ­ὴ φα­γη­τοῦ καὶ γιὰ θέρ­μαν­ση. Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ φτω­χὰ σπί­τια τοῦ 1955 στὴν πρό­σο­ψη μιᾶς ὁ­ρι­ζόν­τιας κα­τα­σκευ­ῆς μὲ πολ­λὰ δω­μα­τιά­κια ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν τῆς μα­κρό­στε­νης αὐ­λῆς καὶ μὲ κοι­νὸ καμ­πι­νέ. Ὅ­μως ἡ Φα­νὼ ἄ­φη­νε τὴν ὡ­ραί­α της μο­νο­κα­τοι­κί­α μὲ τὸν με­γά­λο κῆ­πο καὶ τρύ­πω­νε στὸ σπι­τά­κι, λὲς καὶ τὴν τρα­βοῦ­σε ἡ δυ­στυ­χί­α σὰν μέ­λι, πή­γαι­νε ἐ­κεῖ ἀ­κό­μη καὶ κρυ­φὰ ἀ­πὸ τὴν μη­τέ­ρα της ποὺ τὴν κα­τα­λά­βαι­νε ἀ­πὸ τὴν μυ­ρω­διὰ τῶν ρού­χων. «Βρω­μο­κο­πᾶς πε­τρέ­λαι­ο βρὲ παι­δά­κι, πε­τρέ­λαι­ο καὶ μού­χλα. Πὲς στὴν Γι­ωρ­γί­τσα νὰ παί­ζε­τε ἐ­δῶ.»

Ἡ Φα­νὼ ὅ­μως ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­ει τὶς πα­ρά­λο­γα γο­η­τευ­τι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες τῆς μυ­θο­μα­νοῦς Ἄν­νας, νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τὸν Μι­χα­λά­κη (­αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ἀ­λη­θι­νὸ ὄ­νο­μα τοῦ γά­του, ἀλ­λὰ γιὰ ἀ­νε­ξή­γη­τους λό­γους ἡ Ἄν­να τὸν φώ­να­ζε Μι­σο­κο­λά­κη) καὶ νὰ βλέ­πει τὴν κυ­ρί­α Ὄλ­γα, μὲ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ξε­πε­σμέ­νης ἀρ­χόν­τισ­σας.

Ὁ ὁ­ρι­σμὸς τῆς ἁρ­μο­νί­ας τὴν ζά­λι­ζε, ἦ­ταν τό­σο θε­ω­ρη­τι­κὸς κι ἀ­ταί­ρια­στος ἐ­κεῖ μὲς στὰ γα­τί­σια νια­ου­ρί­σμα­τα καὶ τὴν ἔν­το­νη μυ­ρω­διὰ τῆς γκα­ζι­έ­ρας.

Τί νὰ ἦ­ταν ἡ ἁρ­μο­νί­α; Ποι­οί ἦ­χοι τὴν συ­νέ­θε­ταν; Δὲν γι­νό­ταν νὰ συ­νε­χί­σει μὲ τέ­τοι­α μα­θή­μα­τα πιά­νου. Σχε­δὸν με­λέ­τη­σε τὴν μι­σὴ μέ­θο­δο Beyer, ἔ­μα­θε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει τὶς νό­τες ντὸ μὶ σὸλ λὰ λὰ σὸλ ντὸ ρὲ ντὸ ρὲ μὶ ρέ… ἀλ­λὰ ἦ­χο δὲν ἄ­κου­γε. Ἔ­φυ­γε ξαφ­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ μά­θη­μα καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς της ἕ­να πιά­νο. Ἕ­να πιά­νο δι­κό της, νὰ παί­ζει δυ­να­τά, νὰ μὴν τῆς κα­τε­βά­ζουν τὴν σουρ­ντί­να ποὺ ἔ­πνι­γε τὸν ἦ­χο. Δὲν τῆς ἀ­γό­ρα­σαν πιά­νο, δὲν ἤ­ξε­ραν οἱ ἄν­θρω­ποι τὴν ἀ­ξί­α του καὶ τὸ θε­ώ­ρη­σαν παι­δι­κὸ κα­πρί­σιο.

Τό­τε ἡ Φα­νὼ κι­νη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α σκέ­φτη­κε νὰ φτιά­ξει ἕ­να δι­κό της πιά­νο. Πῆ­γε στὸ μι­κρό­τε­ρο ξύ­λι­νο τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας, ζω­γρά­φι­σε πά­νω του πλῆ­κτρα ἀ­κρι­βῶς στὴν θέ­ση καὶ στὸ σχῆ­μα τῶν ἀ­λη­θι­νῶν, κι ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει ὅ­πως εἶ­χε μά­θει. Δί­χως νὰ ἀ­κού­γε­ται ὁ ἦ­χος, δί­χως νὰ γνω­ρί­ζει τὴν ἁρ­μο­νί­α. Μό­νον τὴν φαν­τα­ζό­ταν, ὅ­πως τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα θέ­μα­τα αὐ­τoῦ τοῦ κό­σμου…


13 Ἀ­πρι­λί­ου 2010


Πρώτη δημοσίευση: Πλανόδιον-Ιστορίες Μπονζάι



Παρασκευή 5 Νοεμβρίου 2010

Ιστορίες της Πέμπτης - Ελένη Λαδιά - Ο ονειρόσακος

 
Ιστορίες της Πέμπτης, ιστορίες για τα όνειρα... 
το παιχνίδι μας με την Βερόνικα. 



Παπαγεωργίου Βασίλης

Ενα πρωί, μετά από ύπνο χωρίς ενύπνια (δόξα τω Θεώ τους τελευταίους μήνες ο ύπνος είναι βαρύς, ληθαργικός και επιλήσμων), αποφάσισα να πετάξω όλα τα όνειρα που ανεκπλήρωτα κυρίευσαν το χώρο του σπιτιού μου. Βεβαίως, η ιδέα κρυφόκαιγε μέσα μου καιρό, έπρεπε κάποτε να καθαρίσω, ο οικίσκος μου ήταν μικρός, μόλις πενήντα τετραγωνικά, και τα όνειρα της ζωής μου πλημμύριζαν επικίνδυνα το ζωτικό μου χώρο. Επομένως έπρεπε να αποφασίσω: ή εγώ ή εκείνα. Τελευταία τόσο δε με άφηναν να αναπνεύσω και να κινηθώ ελεύθερα, ώστε αναγκαζόμουν να απουσιάζω ώρες από το σπίτι, βρίσκοντας καταφύγιο στους δρόμους, στα αλσύλλια ή με το κρύο στους κινηματογράφους.
Οταν επέστρεφα σπίτι τα έβλεπα, ή προσποιόμουν πως δεν τα βλέπω, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο σε τέλειες επιμειξίες, μολονότι ήταν όνειρα διαφορετικής καταγωγής και περιεχομένου. Φαίνεται, όμως, πως με την πάροδο του καιρού απέκτησαν ένα κοινό χαρακτηριστικό που τα ωθούσε προς ένωση: Ηταν όλα εξόριστα από την πραγματικότητα ή, σαφέστερα, ανεκπλήρωτα. Ετσι αποτέλεσαν μία κοινωνία διαφοροτήτων, όμοια με αυτή των ανθρώπων.
Οπου κι αν έστρεφα το κεφάλι μου, σε οποιαδήποτε γωνία ή σημείο του σπιτιού, όλο και έβλεπα κάποιο όνειρο να μου κεντρίζει τη μνήμη, τονίζοντάς μου έτσι το μέγεθος της θλίψης ή της αποτυχίας μου.
Στην αρχή υπήρχε μια ταξινόμηση ονείρων, καθένα πήγαινε στην ομάδα ή στο είδος του, τα ταξιδιωτικά λόγου χάρη βρίσκονταν στο μέσον του τοίχου, ενώ τα φιλόδοξα σκαρφάλωναν ακόμη και στο ταβάνι. Αργότερα, με τις επιμειξίες τους, είδα τα τελευταία να κατεβαίνουν μέχρι τις γωνίες του πατώματος και να συντροφεύουν με τα συναισθηματικά, που ήταν πιο άτολμα και πρόωρα γηρασμένα. Τα μικρά απόκρυφα τρύπωναν στο πατάρι ή στα συρτάρια της ντουλάπας. Με τα χρόνια άρχισε η μείξη και η σύμφυσή τους, ώστε διασαλευόταν και η δική μου μνήμη, ανίκανη να ξεχωρίσει την προέλευσή τους. Σα να μην έφτανε όμως μόνο η επιμειξία, είχαμε και αποτελέσματα τεκνογονίας. Οχι σε όλα τα όνειρα βεβαίως, αλλά στα πιο γόνιμα. Ετσι αναπτύσσονταν σαν παράσιτα, καταλαμβάνοντας όλο και μεγαλύτερο χώρο. Οταν πρωτοείδα τον πολλαπλασιασμό τους, παρατήρησα και ανακάλυψα ότι τα πιο γόνιμα, και συνεπώς τα πιο κατακτητικά, ήταν εκείνα τα χλωμά και άτολμα συναισθηματικά. Αυτά με την αταραξία και τη στωικότητά τους δελέαζαν ακόμη και τα τολμηρά φιλόδοξα, που για πολύ καιρό απέφευγαν τις μείξεις. Πολλά από τα απόκρυφα και αυστηρώς προσωπικά ήταν τέκνα αυτής της αταίριαστης ένωσης, ανάπηρα, διφορούμενα, ανακατεμένα με ψυχολογισμό ή εμβολιασμένα με δόση αρχετυπικού χαρακτήρα.
Οταν λοιπόν τα όνειρα γέμισαν επικίνδυνα το χώρο της οικίας μου, αναγκάζοντάς με να αυτοεξορίζομαι (στην αρχή απολάμβανα τη φυγή μου, αλλά αργότερα κουράστηκα), αποφάσισα να τα πετάξω. Κι εκείνο το πρωί, όπως ανέφερα, πήρα ένα μεγάλο σάκο σχεδιάζοντας να τα στοιβάξω όλα και να τα ρίξω στον γκρεμνό. Εφοδιάστηκα λοιπόν με θάρρος και ψυχραιμία, έπνιξα κάθε συναισθηματισμό, κι εγώ που κρατούσα ενθυμητάρι ακόμη κι ένα εισιτήριο θεάτρου ή ένα ταξιδιωτικό πρόγραμμα, εγώ, άσπλαχνος και άκαρδος, άρχισα το κυνήγι των ονείρων. Φαίνεται όμως πως αυτά τα «όντα» (δεν ξέρω με ποια λέξη να τα χαρακτηρίσω) είχανε παντού μάτια και αυτιά, γιατί μόλις κατάλαβαν τις προθέσεις μου ταράχτηκαν. Ακόμη και κείνα που ήταν κλεισμένα στο πατάρι και στα ερμάρια πήραν είδηση τον πανικό που επικρατούσε και κρύφτηκαν ακόμη βαθύτερα. Εγώ, όμως, μυημένος σε τέτοιες πονηριές, κατόρθωσα και έχωσα αρκετά στον ονειρόσακο και έως το μεσημέρι, καταϊδρωμένος και κουρασμένος, τον είχα αρκετά γεμίσει. Τον έδεσα γερά με τρεις κόμπους για να μη διαφύγει κανένα από τα συλληφθέντα και κάθισα στο κρεβάτι να καπνίσω ένα τσιγάρο. Απέναντί μου είδα ένα όνειρο που ερχόταν αμέριμνο από την κουζίνα και, νομίζοντας πως η επιχείρηση - σκούπα είχε τελειώσει, προσπαθούσε να βρει θέση στο δωμάτιο. Χωρίς να προσέξει ότι ήμουν κοντά του, ζωηρό και μάλλον ευρισκόμενο στη ζάλη της εφηβείας του, τεντώθηκε ηδονικά και ξάπλωσε στη γωνία του πατώματος. Το αναγνώρισα αμέσως. Ανήκε στην κατηγορία των ταξιδιωτικών, όνειρο που δεν εκπληρώθηκε ποτέ και είχε γεννηθεί στα χρόνια της δικής μου νεότητας για ένα ταξίδι πολλών μηνών που είχα τότε επιθυμήσει, ένα ταξίδι στη Μέση Ανατολή για να γνωρίσω διάφορες γλώσσες και πολιτισμούς. Απόρησα σαν θυμήθηκα εκείνα τα σχέδια και ξαφνιάστηκα με τη ζωηρότητα και την αντοχή του ονείρου, γιατί εγώ ήμουν πλέον μεσόκοπος, ανήμπορος από προβλήματα καρδιάς και υψηλής πιέσεως, τέλεια αδύναμος να εκτελέσω το ονειρεμένο ταξίδι.
Ζήλεψα, αλήθεια, τη δική του υπομονή και αντοχή, κι έτσι σβήνοντας γρήγορα τη γόπα του τσιγάρου, το άρπαξα βιαίως και το έβαλα στον ονειρόσακο. Κουρασμένος καθώς ήμουν, ίσως και να οπτασιάστηκα γιατί άκουσα λυγμούς. Φαίνεται πως το όνειρό μου έκλαιγε, αλλά εγώ ψυχρός και μεθοδικός μπήκα στο μπάνιο να βρέξω λίγο το πρόσωπό μου. Από δάκρυα ονείρων είμαι συνηθισμένος, είπα στον εαυτό μου και βγήκα στο δωμάτιο να συνεχίσω το έργο μου...
Συνέχισα με πείσμα και ορμή. Ο ονειρόσακος είχε πλέον γεμίσει και το σπίτι μου είχε πλέον αδειάσει. Προτού τον κατεβάσω στο αυτοκίνητό μου, έκανα μια επιθεώρηση σε όλες τις γωνιές. Ημουν ευχαριστημένος, γιατί δεν ανακάλυψα κανένα όνειρο, ούτε το ελάχιστο. Εσυρα τον βαρύ ονειρόσακο από τις σκάλες (ποτέ δεν είχα υποψιαστεί το μολυβένιο βάρος των ονείρων) και τον τοποθέτησα προσεχτικά στο πίσω κάθισμα. Θα μπορούσα βέβαια να τον στοιβάξω στο πορτ μπαγκάζ, αλλά από έμφυτη ευγένεια και ευαισθησία δεν το έπραξα, για να μην καταπιέσω τα όνειρα. Αρχιζε το δειλινό όταν οδηγούσα στους έρημους δρόμους για την τοποθεσία όπου υπήρχαν γκρεμνοί και βαθιές χαράδρες. Ιδανική μεριά να τα πετάξω, σκέφτηκα ευχαριστημένος, ιδανική και δίκαιη, γιατί τ' αφήνω στην τύχη τους να σκοτωθούν ή όχι.
Ανοιξα το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου για να με συντροφεύει στη μοναχική μου διαδρομή. Το τραγούδι που ακούστηκε φαίνεται πως συγκίνησε κάποιο όνειρο, γιατί ξανάκουσα λυγμούς. Κι όταν θυμήθηκα, ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό μου. Το τραγούδι αυτό που τυχαία ακούστηκε ήταν ένα από τα αγαπημένα που πλαισίωναν μια εποχή σφόδρα συναισθηματική και φιλόδοξη, τραγούδι-σύμβολο. Τότε η απολυτότητα και η ορμή μου με τοποθετούσαν στο κέντρο του κόσμου, του δικού μου όμως κόσμου, γι' αυτό και βρέθηκα καθημαγμένος έξω από τον κύκλο της αντικειμενικότητας. Το όνειρο πίσω μου έκλαιγε και το συνόδευε η μουσική, η ίδια μουσική που το γέννησε και το γιγάντωσε, ενώ εγώ μπροστά οδηγούσα σφίγγοντας τα χείλη μου να πνίξω τον αναστεναγμό. Οχι, δεν έκλεισα το ραδιόφωνο σαν δειλός. Ακουσα το τραγούδι μέχρι το τέλος, στα βάθη της αποτυχίας μου είχα ατσαλωθεί και μάλιστα ηδονιζόμουν με τις μηδενιστικές μου αποφάσεις. Η πίστη μου ότι η αποτυχία ελευθερώνει ήταν τόσο δυνατή, ώστε θα μπορούσα, αν ήθελα, και όρη να μετακινήσω. Το τραγούδι τελείωσε και οι λυγμοί του ονείρου μετατράπηκαν σε ένα ρόγχο που έμοιαζε επιθανάτιος. Πεθαίνει, σκέφτηκα και ανέπτυξα ταχύτητα. Το δειλινό έφευγε, κρυβόταν στο βάθος της δύσης, αλλά δε θ' αργούσα να φτάσω στο επιλεγμένο σημείο του γκρεμνού.
Ηταν φως ακόμη όταν έφτασα, λυκόφως ανοιξιάτικο συνυφασμένο με απροσδιόριστη νοσταλγία. Ο ονειρόσακος μου φάνηκε πιο βαρύς ή ίσως εγώ ήμουν πιο κουρασμένος. Τον τράβηξα ωστόσο προσεκτικά και τον έσυρα στο κατάλληλο σημείο. Δυσκολεύτηκα να λύσω τους κόμπους για να απελευθερώσω τα όνειρα, αφού από τη μανία μου να μη φύγουν τους είχα δέσει πολύ σφιχτά. Ο σουγιάς που είχα στο συρτάρι του αυτοκινήτου μαζί με διάφορα άχρηστα αντικείμενα, όπως λόγου χάρη ένα μικρό ορθογραφικό λεξικό, μολονότι είμαι άριστος ορθογράφος, ή ένα μπουκαλάκι ουίσκι που ποτέ δεν πίνω, έδωσε τη λύση.
Οταν άνοιξα τον ονειρόσακο και τον έγειρα προς το μέρος του γκρεμνού ξαφνιάστηκα. Τα περισσότερα όνειρα ήταν ήδη νεκρά, δεν άντεξαν φαίνεται την έλλειψη οξυγόνου, ενώ μια μικρή ομάδα σε λίγο θα ξεψυχούσε. Ελάχιστα ήταν αυτά, όπως το ταξιδιάρικο της εφηβείας και άλλα παρεμφερή και πιθανόν της ίδιας εποχής, που πέταξαν σαν πουλιά ξεφεύγοντας από την κόλαση του γκρεμνού. Τα έβλεπα να χάνονται στον αέρα, δεν είχα θλίψη, αλλά ήμουν κατάπληκτος με την εμμονή τους. Πού θα πάνε, σκέφτηκα με κακεντρέχεια, πώς θα σταθούνε μόνα τους χωρίς εμένα; Λησμονώντας ο βλαξ πως για πάμπολλα έτη ζούσαν ανεξάρτητα από τη συγκατάθεσή μου.
Ο ονειρόσακος είχε αδειάσει όταν πέταξα τα νεκρά και ημιθανή όνειρα. Ενα βάρος έφευγε από το στήθος μου στη σκέψη πως τώρα θα ήμουν απολύτως ελεύθερος. Τη στιγμή όμως που ετοιμαζόμουν να πετάξω και τον ονειρόσακο άκουσα έναν περίεργο ήχο. Εβαλα το χέρι μου στον πάτο του ονειρόσακου και έπιασα ένα αρτιγέννητο όνειρο. Πότε πρόλαβε να γεννηθεί, αναρωτήθηκα, και ποιας επιμειξίας προϊόν ήταν; Δεν υπήρχε ακόμη κανένα ιδίωμά του, τόσο ελάχιστο ήταν. Μόνο ο ήχος πρόδιδε την ύπαρξή του.
Στάθηκα δίβουλος: να το πετούσα στον γκρεμνό πριν μεγαλώσει και προβάλει απαιτήσεις ή να το κρατούσα; Θυμήθηκα ότι στο παρελθόν είχα ένα μικρό ενυδρείο με λιλιπούτεια χρυσόψαρα. Με τον καιρό και παρ' όλη τη φροντίδα μου είχαν όλα πεθάνει κι απέμεινε μόνο ένα, το μικρότερο. Και τότε ξαναβρέθηκα στο ίδιο δίλημμα, αλλά ήμουν νέος και ανθεκτικός. Ετσι, έβαλα το χρυσοψαράκι σε μία μεγάλη κατσαρόλα με νερό και το επέστρεψα στο κατάστημα των ενυδρείων για να το κρατήσουν συντροφιά με τα άλλα. Ετσι έπραξα τότε. Και με αυτή τη μνήμη, έβαλα στη χούφτα μου το ονειρατάκι (λέξη επινοημένη από τον Διονύσιο Σολωμό), το άφυλο και αδήλωτο, και το παρατηρούσα.
Οχι, δεν το πέταξα, δεν μπόρεσα να το πετάξω και δεν προτίθεμαι να αναλύσω τους λόγους αυτής της απόφασής μου.
Το πήρα μαζί μου στο δρόμο της επιστροφής, γιατί εγώ και το ονειρατάκι μου χωρούσαμε μια χαρά στο σπίτι...


Πηγή:
Ριζοσπάστης

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...
Ένα κείμενο επίκαιρο, αντίδοτο στην βλακεία που διεκδικεί εύσημα πατριωτισμού... με ένα "κλικ" στην εικόνα διαβάστε το...

Μάθε πόσο μετράει η υπογραφή σου...