Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

Θα τα πούμε... "Καλησπερώ σ' αφέντη μου"

.


Καλησπερώ σ' αφέντη μου, καλές αυγές κοιμάσαι.
Καλά σου ξημερώματα, σαν κάθεσαι κι' αφκράσαι.

Κι εμείς στην πόρτα σ' ήραταμε, με το δικό σου θάρρος,
Παρακαλώ σ' αφέντη μου και μην το πάρεις βάρος.

Αν είναι θέλημα Θεού, τα κάλαντα να πούμε
Και μ' όλη μας την συντροφιά, νας καλησπερούμε.

Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά, πρώτη Γιανουαρίου,
Που μπαίνει ο μήνας του Χριστού, τ' Αγίου Βασιλείου

Ν' όπου γεννήθη ν' ο Χριστός στον κόσμο κι επορπάτει,
Το πρώτο χνάρι που 'καμε, χρυσό δενδρίν εβγήκε,

Χρυσά ήταν τα φύλλα του, γράμματα τα κλωνιά του, παπάδες
Τα' ανεγνώνανε, διάκοι το συλλαβούσαν

Κι ένα διακάκι ν' έρχεται ν' από την Καισαρεία
Κι εβάστα και στα χέρια του λαμπάδες και κερία.

Αφέντη μου να χαίρεσαι , αφέντη μου να ζήσεις,
Στον Άγιο Τάφο του Χριστού, να πας να προσκυνήσεις.

Χρόνους να ζήσετ' εκατό, καλά να τους περνάτε
Κι από τους εκατό κι εκεί, να ζήτε να γηράτε


"Καλησπερώ σ' αφέντη μου"
Βασίλης Καζούλης-Νεκταρία Καραντζή

Κάλαντα Ρόδου.


Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Η γέννηση της πεταλούδας...



Κάποια μέρα που ο Δημιουργός ξεκουραζόταν, έριξε το βλέμμα του σε κάτι μικρά παιδιά που ξένοιαστα έπαιζαν παραπέρα.


Καθώς τα κοιτούσε άρχισε να σκέφτεται με θλίψη ότι τα παιδιά αυτά κάποια στιγμή θα μεγαλώσουν και θα γεράσουν. Τα χαριτωμένα κοριτσάκια θα γίνουν ρυτιδιασμένες γριούλες. Τα αεικίνητα αγοράκια θα γίνουν παππούδες που θα μετακινούνται με μπαστούνι. Ακόμα και τα παιχνιδιάρικα κουτάβια θα γίνουν γέρικοι σκύλοι. Τα τόσο όμορφα λουλούδια θα μαραθούν. Κι αυτά τα φύλλα από τα δέντρα θα πέσουν και θα ξεραθούν.


Αυτά σκεφτόταν ο Δημιουργός και γινόταν όλο και πιο λυπημένος. Ήταν φθινόπωρο και η σκέψη του χειμώνα, που ακολουθούσε, του βάραινε την καρδιά. Ο καιρός βέβαια ήταν ακόμα ζεστός, ο ήλιος έλαμπε, η φύση αναθαρρούσε απολαμβάνοντας τις τελευταίες ημέρες της ζέστης.

Ο Δημιουργός παρατήρησε το παιχνίδισμα του ήλιου πάνω στα φαιοκίτρινα φύλλα που χόρευαν στον απαλό άνεμο. Άπλωσε τη ματιά του στο απέραντο γαλάζιο του ουρανού, στο λευκό του φωτός έτσι όπως περνούσε μέσα από τα δέντρα, στο καφετί των γερασμένων κορμών…

Κοίταξε τη Δύση που έβαζε τα πορφυρά της για ν’ αποχαιρετήσει τη μέρα και ξαφνικά χαμογέλασε.

Όλα αυτά τα χρώματα δίνουν χαρά, σκέφτηκε. Θα φτιάξω κάτι που και εμένα θα κάνει χαρούμενο και θα το βλέπουν τα παιδιά και θα διασκεδάζουν.


Πήρε λοιπόν ο Δημιουργός την τσάντα του και άρχισε να μαζεύει χρώματα:


Μια νευρική κατακίτρινη ηλιαχτίδα

Μια χούφτα μπλε του ουρανού

Γέρικο λευκό από το περσινό χιόνι

Τον γκρίζο ίσκιο απ’ το μεσημεριανό παιχνίδι των παιδιών

Μαύρο απ’ τις πλεξούδες μιας όμορφης

Πολύ ντροπαλό κρινόλευκο

Φαιοκόκκινο ζεστό από τα φθινοπωρινά φύλλα

Πράσινο της μολόχας

Κατακόκκινο από τα φιλημένα χείλη των κοριτσιών

Μωβ από το ουράνιο τόξο

Πορτοκαλί από την προσμονή των αγοριών.



Αφού τα έβαλε όλα αυτά στην τσάντα του νόμισε ότι κάτι λείπει.

Ήθελε να φτιάξει το τέλειο, το παντοτινό, την ίδια την ομορφιά. Τη χαρά.

Πάνω στην βιασύνη του, κι αφού δεν έβρισκε κάτι πιο όμορφο μπροστά του, έβαλε μέσα στην τσάντα του τα πιο όμορφα τραγούδια των πουλιών.


Ευχαριστημένος τότε περπάτησε ως το σημείο που έπαιζαν τα παιδιά και τους είπε:

- Παιδιά, αυτό είναι για εσάς.

Τους έδωσε την τσάντα και συνέχισε:

- Ανοίξτε το, χαρείτε, ό,τι πιο όμορφο υπάρχει εκεί μέσα.


Τα παιδιά άνοιξαν την τσάντα και τότε αμέτρητες πολύχρωμες πεταλούδες ξεχύθηκαν έξω από αυτήν. Πέταξαν χορεύοντας γύρω από τα παιδιά, κάθισαν στα μαλλιά τους και ξανασηκώθηκαν πετώντας κατά κύματα από το ένα λουλούδι στο άλλο.


Τα μάτια των παιδιών έλαμψαν, οι ρυτίδες των γιαγιάδων απάλυναν, τα πόδια των παππούδων στυλώθηκαν. Οι γέρικοι σκύλοι άρχισαν να κυνηγούν τις ουρές τους.

Γοητευμένη η πλάση από το πανέμορφο τούτο θέαμα, σιώπησε, δεν είχε ξαναδεί κάτι παρόμοιο.


Μέσα στη μαγεμένη εκείνη σιωπή, οι πεταλούδες άρχισαν να τραγουδούν με τις φωνές των πουλιών.

Ξαφνιασμένοι οι άνθρωποι δεν ήξεραν τι να κάνουν και χόρευαν, τα παιδιά χάζευαν χαμογελώντας, τα λουλούδια άνθιζαν.


Καθώς γίνονταν όλα αυτά, ένα τόσο δα μικρό πουλάκι, λυπημένο κι άλαλο, ήρθε πετώντας, κάθισε στον ώμο του Δημιουργού και του τιτίβισε με τη σκέψη του:


-Τσι τσι τσι τσι τσι…

Δεν είναι σωστό που έδωσες τα τραγούδια μας σε τούτα τα υπέροχα πλάσματα. Όταν μας δημιούργησες, είπες ότι κάθε πουλί θα έχει το δικό του τραγούδι που δεν θα το έχει κανένας άλλος. Τώρα έδωσες αλλού αυτά τα τραγούδια και μας τα στέρησες. Γιατί; Δεν είναι αρκετό που έδωσες στα πλάσματα αυτά τα πιο όμορφα χρώματα; Την ελαφράδα, τη χάρη… πρέπει να έχουν και τη δική μας φωνή;


- Έχεις δίκιο», είπε ο Δημιουργός «έδωσα σε κάθε πουλί από ένα τραγούδι και δεν έπρεπε να πάρω πίσω ό,τι σας ανήκει.».


Έτσι πήρε τα τραγούδια από τις πεταλούδες, τα ξαναέδωσε στα πουλιά και γι' αυτό από τότε εκείνες είναι σιωπηλές και, ίσως, και λίγο θλιμμένες.


Μα κι έτσι όμως, είναι τόσο, μα τόσο όμορφες…



Ινδιάνικος Μύθος


Διασκευή Ελένη Λ.




Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

Νανούρισμα...

Στις φίλες μου... όλες.



Κοιμήσου Σαββατόλουστο,
την Κυριακή αλλαγμένο,
και τη Δευτέρα στο σχολειό,

σα μήλο μυρισμένο.




Κουρνιάζω πίσω από ολάνθιστο τοίχο
καμία λύπη δεν χωράει εδώ.

Καρικώνω μνήμες κι ένα ροζ παπουτσάκι πάνω στο δέρμα μου.

Τα «έλα» και τα «μη» μου, τα «ναι» μου και τα «μπράβο» μου

αγγίζω στην κορυφαία στιγμή τους.

Ντύνομαι τη βοή των άστρων, παλμό στην αιωνιότητα των αισθημάτων.


Στρέφω το βλέμμα στην αλήθεια:


«Καμιά φωνή δεν τραγουδά μαζί μου

Όλες ψάλλουν στη δική τους διάσταση»



Ελένη Λ.




Το νανούρισμα στην αρχαία Ελλάδα


Στην αρχαία Ελλάδα συνήθιζαν να νανουρίζουν τα μωρά τους λικνίζοντας τα και τραγουδώντας μελωδίες γνωστές ως

“βαυκαλήματα ή βαυκαλήσεις ή καταβαυκαλήσεις”.


Ο Θεόκριτος διασώζει το τραγούδι της Αλκμήνης στα παιδιά της, Ηρακλή και Ιφικλή, όταν τα νανούριζε στην ασπίδα-λάφυρο πολέμου, που της είχε δωρίσει ο άντρας της Αμφιτρύων.


Ο Πλάτων συμβουλεύει τις μητέρες, όταν τα παιδιά τους δυσκολεύονται να κοιμηθούν να τα κουνούν στην αγκαλιά τους και να τους τραγουδούν.


Για το Γαληνό ο μητρικός θηλασμός είναι το ισχυρότερο φάρμακο και ως προς το νανούρισμα αναφέρει χαρακτηριστικά: “Κάποια μέτρια κίνηση και κάποιος μελωδικός χρωματισμός της φωνής τους (των τρο­φών), τα οποία, χρησιμοποιώντας συνεχώς, όχι μόνο καταπραΰνουν, αλλά και τα βάζουν για ύπνο, ενώ συγχρόνως αυτά δηλώνουν και το φυσικό στοιχείο, ότι διάκεινται ευμενώς προς τη μουσική και τη γυμναστική. Και όποιος είναι ικανός να χρησιμοποιεί καλά τις τέχνες, αυτός θα εκπαιδεύσει πάρα πολύ καλά το σώμα και τη ψυχή”.


Σε κάθε περίπτωση καταδικάζονταν οι υπερβολές και η χορήγηση φαρμάκων και βοτάνων που επιφέρουν στα μωρά νάρκη.



Θεοκρίτου: Άπαντα, Ειδύλλια ΧΧIV, Ηρακλίσκος, 6­9.

Πλάτωνος: Νόμοι, Βιβλ. Ζ΄, 790de. Βιβλ. Ζ΄, 791de. Βιβλ. Ζ΄, 792de.

Γαληνού: Υγιεινών Λόγος Α΄, Κεφ. ζ΄, Τόμ. VI, σελ. 36­37.



Περισσότερα για το νανούρισμα, διαβάστε εδώ:

1ο ΕΝΙΑΙΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ - FRANCESCO LA CAVA, BOVALINO



Οι πίνακες είναι του William Bouguereau

Κυριακή 19 Ιουλίου 2009

Ο Σιμιγδαλένιος... "Κυριακάτικο" Παραδοσιακό Παραμύθι.

.
-->


«Λογοδοτούν ποτέ τα παραμύθια;»
Η ποίηση και η αθωότητα είναι το κέλυφος της παιδικότητας…


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλέας κι είχε μια δυχατέρα. Της έλεγε να την παντρέψει –δεν ήθελε. Της έλεγε για τον έναν, της έλεγε για τον άλλον– κανέναν δεν ήθελε. Του λέει μια μέρα: «Πατέρα, να πας να μου πάρεις ένα τσουβάλι μύγδαλα, ένα τσουβάλι σιμιγδάλι κι ένα τσουβάλι ζάχαρη.»
Πήγε ο πατέρας της και της τα πήρε. Κλειδώθηκε αυτή σε μια κάμαρη. Είπε: «Εγώ θα κλειδωθώ σε μια κάμαρα σαράντα μέρες και να μη με γυρέψετε ντιπ.»
Κλειδώθηκε σε μια κάμαρη, έσπασε τα μύγδαλα, τα καθάρισε, τα ετοίμασε ούλα, έπιασε και ζύμωσε το σιμιγδάλι, τα μύγδαλα και τη ζάχαρη και ιστόρησε έναν άνθρωπο. Αφού τον έφκιασε, κάθισε στο κεφάλι του, τον λιβάνιζε κι έλεγε: «Δε μου μιλείς, μάτια μου; Δε μου μιλείς, φως μου;»
Αυτά τα ’κανε σαράντα μέρες κι έκλαιε. Στις σαράντα μέρες, της λέει αυτός: «Αχ! τι γλυκά κοιμόμουνα και με ξύπνησες!». Άφησε αυτή αμέσως τα κλάματα κι είχε γέλια και χαρές. Ανοίγει τις πόρτες και βγαίνει αυτός όξω. «Νά, λέει, πατέρα, ποιόνα θα πάρω, κι όχι κείνον που μου δίνεις».



Τ’ ακούει ο άλλος βασιλέας, πως του τάδε βασιλέα η δυχατέρα έκαμε ένα σιμιγδαλένιο και τον πήρε άντρα, το μαθαίνει κι η δυχατέρα του αυτουνού, και πέφτει στα μαύρα πανιά να πεθάνει. Ήθελε αυτή το Σιμιγδαλένιο για άντρα.
Αρρώστησε απ’ τον καημό της. Τι να κάμει ο πατέρας της; Συνεννοήθηκε με τη γυναίκα του και είπαν: «Να κάμουμε, γυναίκα, μια φρεγάδα, να την αρματώσουμε και να τη φορτώσουμε χρυσαφικά, γυαλικά, διάφορα, να ‘ρθει ο Σιμιγδαλένιος να ψωνίσει για τη γυναίκα του, να τόνε κλέψουμε.».
Έτσι κι έγινε.
-->


Η γυναίκα του, σαν ήρθε το μεσημέρι, και δεν ήρθε ο Σιμιγδαλένιος να φάει, λέει: «Πού είναι ο Σιμιγδαλένιος; Στη φρεγάδα; –Έφυγε. –Πού πάει; –Ο Κύριος ξέρει». Άρχισε τα κλάματα. Λέει ο πατέρας της: «Παιδάκι μου, μην κλαις. –Να μην κλαίω; Τον άντρα μ’ θέλω. –Μα πού να τόνε βρούμε; Ας μη τον έστελνες να σου πάρει γυαλικά. –Εγώ, λέει, πατέρα, θα φύγω. –Μα πού θα πας, παιδάκι μου; –Θα φύγω» λέει. Σηκώθηκε κι έφυγε.

Δρόμο παίρνει και δρόμο αφήνει. Μέρες, μερόνυχτα γυρίζει. Γίνηκε αγνώριστη. Στο δρόμο, που πήγαινε, βρίσκει μια γυναίκα· Να με γιατρέψεις θεια. –Τι γιατρειά, να σε κάμω; –Εγώ είμαι μάνα κι έχω τον ήλιο γιο. –
Α! λέει, θεια, να καθίσω να του πω για το Σιμιγδαλένιο. –Ου! λέει αυτή. Να καθίσεις; Θα σε φάει. –Ας καθίσω, λέει, θεια. Κρύψε με να του πω κι εγώ τον πόνο μου. –Ου! λέει. Πού να σε κρύψω; Έχω τόπο;» Άρχισε η μέρα μάζευε, έγειρε ο ήλιος. «Άντε, λέει, να φύγεις. Θα ’ρθει ο ήλιος, να σε φάει. –Κρύψε με, λέει, θεια. Κάμ’ ένα καλό, να με κρύψεις». Έκλαιε αυτή, την λυπήθηκε, σηκώνει τη σκούπα, την έκρυψε αποκάτω.
Βασίλεψε ο ήλιος. Σηκώθηκε, πήγε στη μάνα του. «Καλησπέρα, σταυρομάνα. –Καλησπέρα. –Κάπου δω, κάπου κει, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει, λέει ο ήλιος. –Πού να τη βρω, λέει, εγώ την ανθρώπινη ψυχή; Εγώ είμαι η μάνα σου. Θέλεις να με φας; Φάε με. –Ο Θεός να μην το δώσει, μάνα, λέει αυτός».
Κατέβασε η μάνα του το ρακοκάζανο, του ’βανε ψωμιά, φαγιά, έφαγε. Του λέει: «Παιδάκι μ’ πεινάς άλλο; Θέλεις να φας; –Όχι, λέει, δεν πεινώ. –Σα δε πεινάς, λέει, να βγει μια, να σου πει τον καημό της. Βγες, λέει, και συ παιδάκι μ’, να πεις τον καημό σου». Βγήκε αυτή, λέει:
Ήλιε μου, λαμπρέ λαμπρέ και λαμπρογεμισμένε,
εδώ ψηλά που περπατείς και χαμηλά κοιτάζεις,
μην είδες τον αντρούλη μου, που ’ναι σιμιγδαλένιος;

– Πού να τον ιδώ, χριστιανή μου, εγώ; Να πας στο φεγγάρι, που γυρίζει όλη νύχτα. Εγώ το πρωί βγαίνω, το βράδυ έρχομαι. Άντε λέει, μάνα, φίλεψέ την κι ένα καρύδι». Της έδωκε αυτή ένα καρύδι. Τους χαιρέτησε, σηκώθηκε, έφυγε. Έφυγε, πήγε στο φεγγάρι.



-->
Τα ίδια και του φεγγαριού η μάνα. Σαν απόφαγε το φεγγάρι –Βγες, λέει στην κοπέλα, τώρα και συ, να πεις τον καημό σου».
Βγαίνει κείνη. –«Καλημέρα σας. –Καλημέρα».
Φεγγάρι μου, λαμπρό λαμπρό και λαμπρογεμισμένο,
εδώ ψηλά που περπατείς και χαμηλά κοιτάζεις,
μην είδες τον αντρούλη μου, που ’ναι σιμιγδαλένιος;

– Πού να τον ιδώ εγώ; λέει. Εγώ βγαίνω από βράδυ σε βράδυ. Να πας, λέει, στ’ αστέρια, που ’ναι πολλά. Αν δεν τον ιδεί το ένα θα τον ιδεί τ’ άλλο, φίλεψέ την, λέει κι ένα μύγδαλο.»
Παίρνει το μύγδαλο, σηκώθηκε η κακομοίρα, με τα μάτια κλαμένα και την καρδιά της καμένη, και φεύγει. Φεύγει, πηγαίνει στ’ αστέρια, στη μάνα τους. Πάλι τα ίδια.
Αστέρια μου λαμπρά λαμπρά και λαμπρογεμισμένα,
ψηλά οπού διαβαίνετε και χαμηλά κοιτάτε,
μην είδατε τον άντρα μου, που ’ναι σιμιγδαλένιος;
– Πού να τον ιδούμε; λέει ο μεγάλος αστέρας. Εμείς αποβραδίς βγαίνουμε και το πρωί βασιλεύουμε».
Πετάχτηκε και το μικρό τ’ αστεράκι και λέει: «Εγώ, θεια, τον είδα». Του δίνει ένα μπάτσο ο μεγάλος. «Μην το χτυπάς, λέει, αστέρα μου. Άσ’ το να μου πει, γιατί έχω καημό.–Ε! άντε, λέει, να την πας και να ’ρθεις, είπε τότε ο μεγάλος. Δώστε της κι ένα φουντούκι». Την πήρε τ’ αστεράκι, την πήγε.

-->

Σαν έφτασε, λέει στις δούλες: «Δε λέτε της κυράς σας να μ’ αφήσει να καθίσω σ’ ένα καμαράκι; Είμαι ξένη, κι είμαι φτωχιά, αρφανή». Πήγαν οι δούλες, το είπανε. Λέει η κυρά τους: «Άντε, λέει, βάλτε την σ’ ένα παράσπιτο».
Τη βάναν μέσα. Ανέβηκε, κατέβηκε ο Σιμιγδαλένιος, τον είδε αυτή. Κλειδώθηκε η κακομοίρα μέσα κι έκλαιε. Το πρωί ξημερώνει ο Θεός, σπάζει το καρύδι, βγαίνει ένα χρυσό μαγκάνι, απ’ αυτά που καλαμίζουν, σαν υφαίνουν. Έλαμπε ο ήλιος, έλαμπε και το μαγκάνι. Το βλέπουν οι δούλες, το λένε της κυράς τους. «Άντε, λέει, πέστε της, τι γυρεύει να τ’ αγοράσουμε». Πάνε κάτω, της λένε: «Τι γυρεύεις, ν’ αγοράσει η κυρά μας το μαγκάνι; –Εγώ, λέει, δε θέλω ούτε γρόσα, ούτε φλουριά, ούτε τα πουλώ αυτά με λεπτά. Αυτά αξίζουν ένα βασίλειο».
Πήγαν οι δούλες, τα ’παν αυτά στην κυρά τους. Λέει: «Άντε πέστε της, τι θέλει να της δώσουμε». Παν οι δούλες, την ξαναρωτούνε. Τις λέει αυτή: «Εγώ δε θέλω ούτε γρόσα, ούτε φλουριά, μόνο το Σιμιγδαλένιο να μου δώσει μια βραδιά. –Για τα μούτρα της, λέει η κυρά τους, τον έχω το Σιμιγδαλένιο; –Δεν τόνε δίνεις, λένε, κυρά, μια βραδιά; Τι θα πάθει; –Ε! άντε, λέει, φέρτε το ποτό να τον ποτίσουμε». Πάνε το ποτό, το ποτίζει, κοιμήθηκε αυτός. Τον πήρανε, τον πήγανε.




Τον πήρε αυτή, έστρωσε, τον ξάπλωσε, κλειδώθηκε, στάθηκε αποπάνω του κι έλεγε:

«Δε μου μιλείς, μάτια μου; Δε μου μιλείς, φως μου; Δεν είμαι γω που σ’ έπλασα; Δεν είμαι γω που σε ιστόρησα;»

Άκουγε αυτός, μα δεν μπορούσε να μιλήσει. Έφεξε ο Θεός, τον πήραν απάνω.
Έσκασε, πλάνταξε αυτή. Πέρασε μια μέρα, πέρασαν δυο. Σπάζει το μύγδαλο. Βγαίνει μια χρυσή ανέμη. Κατεβαίνουν οι δούλες, τη βλέπουν. «Αχ! κυρά, για σένανε κάνει αυτή η χρυσή ανέμη. –Άντε, λέει, πέστε της, τι θέλει να της δώσουμε, να την πάρουμε κι αυτή». Πάνε της λένε. Λέει: «Εγώ δεν την πουλώ με λεπτά. Να μου δώσετε το Σιμιγδαλένιο μια βραδιά ακόμα». Την καταφέρανε πάλι οι δούλες την κυρά τους, τον πότισε αυτή με το ποτό, της τόνε δώκανε. Κλει τις πόρτες, στέκεται αποπάνω του:

«Δε μιλείς, Σιμιγδαλένιε μου; Δε μιλείς, μάτια μου; Δε μιλείς, φως μου;»
Δε μπορούσε κείνος να μιλήσει. Έφεξε ο Θεός, της τόνε πήρανε πάλι.

Έκλαψε αυτή, πικράθηκε. Τι να κάμει; Σπάζει και το φουντούκι. Σπάζει και το φουντούκι, βγαίνει μια χρυσή κλώσα με τα χρυσά τα πουλάκια. Κατεβαίνουν πάλι οι δούλες, τα βλέπουν, το λένε στην κυρά τους, πάνε πάλι σ’ αυτήν, της λένε τι θέλει να τα δώσει. Γύρεψε πάλι αυτή μια βραδιά το Σιμιγδαλένιο. Με τα πολλά πάλι την καταφέρανε να τόνε δώσει άλλη μια βραδιά.
Παίρνει το ποτό αυτή να τόνε ποτίσει. Αυτός το κατάλαβε, και κει που έκαμε πως θαλά το πιει, το ’χυσε στην τραχηλιά του. Έκαμε ύστερα τον κοιμισμένο. Τον πήρανε, τον πήγανε.
Κλειδώνεται αυτή. Άρχισε πάλι:

«Δε μου μιλείς, Σιμιγδαλένιε μου; Δε μου μιλείς, φως μου; –Ε! λέει κείνος. Σώπα. Εσύ ποια είσαι; –Δεν είμαι γω η γυναίκα σου, που σ’ έπλασα; –Και γίνηκες έτσι; –Έτσι γίνηκα, λέει, γιατί σ’ έχασα και σε γύρευα να σε βρω τόσο καιρό! –Τώρα, λέει, να φύγουμε».
Σηκωθήκανε τη νύχτα, φύγανε. Πήγανε στο παλάτι τους και ζούνε καλά κι εμείς καλύτερα.
Και τα κλάματα που είχε πριν αυτή, τα ’χει η άλλη τώρα.




Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009

Λαϊκά Παραμύθια: Η νεράιδα και το μαντήλι της...

*

*


Ήταν μια φορά ένας πολύ ωραίος νέος και πολλά κορίτσια ήθελαν να τον πάρουν άντρα, μα αυτός δεν ήθελε να πάρει καμία από τις γυναίκες του κόσμου, μόνο ήθελε να πάρει νεράιδα. Και οι νεράιδες τον ενοστιμεύονταν και πολλές φορές έρχονταν και το επείραζαν. Εδοκίμασε πολλές φορές να πλησιάσει καμία από δαύτες, αλλά ποτέ δεν το κατόρθωσε. Το λοιπόν, μια μέρα ρώτησε μια γριά μπαμπόγρια, τι πρέπει να κάνει για να πάρει μια απ’ τις νεράιδες γυναίκα. Και η γριά του είπε: «σαν έρθουν οι νεράιδες να σε πειράξουν και θα σου μιλούν, συ κοίταξε πως θα πάρεις μιανής το μαντήλι. Κι α’ θέλεις να μένει πάντα μαζί σου και να μη σου φύγει ποτέ, πρέπει να βάλεις το μαντήλι στο φούρνο και να το κάψεις. Αλλά μπορεί όμως και να πεθάνει από τη λύπη της αν το κάμεις αυτό. Για τούτο, το καλύτερο είναι να το κρύψεις. Μα να προσέχεις μη σε γελάσει και σου ξαναπάρει το μανήλι. Έτσι θα σ’ ακολουθήσει όπου κι αν πας».

Όταν λοιπόν ήρθαν πάλι οι νεράιδες και τον πείραζαν, εκεί που του μιλούσαν, εχύθει αυτός απάνω σε μία και τη στιγμή που πήγε αυτή να πετάξει στον αέρα, της έπεσε το μαντήλι της και τ' άρπαξε εκείνος και το ‘χωσε στον κόρφο του. Η νεράιδα τον παρακαλούσε να της το δώσει πίσω και του λέγε: «Δώσ’ μου Γιάννη το μαντήλι! Δώσ’ μου το καημένε και γω να κάμω ότι θέλεις». Ο νέος όμως δεν της έκαμε τη χάρη και της είπε μονάχα πως θέλει να την πάρει γυναίκα. Οι άλλες νεράιδες πέταξαν στον αέρα και εχάθηκαν. Αυτή δεν μπορούσε πλιό να πετάξει κι έμεινε με το Γιάννη. Την επήγε λοιπόν αυτός στο σπίτι του, την παντρεύτη κι έκαμε παιδιά με δαύτη.

Εκείνη όμως ήταν πάντα πικραμένη και στενοχωρημένη, και σε καμιά γιορτή και σε κανένα πανηγύρι δεν ήθελε ν’ αλλάξει φορέματα και να στολιστεί και να κάμει ότι κάνουν οι άλλες γυναίκες. Ο Γιάννης που έβλεπε το μαράζι της γυναίκας του, ελυπότανε πολύ. Και μια μέρα που ήταν γιορτή και πήγαιναν όλοι στο χορό όξω από το χωριό, και η νεράιδα ζητούσε με τα κλάιματα το μαντήλι από τον άντρα της, τη συμπόνεσε εκείνος και ήθελε να της το δώσει. Μόνο εφοβόταν μην του φύγει όταν θα το πάρει και γι’ αυτό της είπε: «Σ’ το δίνω να πας στο χορό, μόνο πρέπει να μου τάξεις πως θα γυρίσεις στο σπίτι και δεν θα φύγεις, αλλιώς δεν θα σ’ το δώσω». Του το έταξε και του είπε μάλιστα: «Τώρα πλιό να σ’ αφήσω, ύστερα από τόσα χρόνια, και που έχω καμωμένα παιδιά με σένα;». Έτσι της το ‘δωσε το μαντήλι και αυτή άλλαξε τα φορέματά της και στολίστηκε. Και με μιας έλαμψε το σπίτι από την ομορφιά της γιατί σα νεράιδα που ήταν, ξεπερνούσε όλες τις γυναίκες στην ομορφιά. Πήγε λοιπόν στο χορό και άστραψε ο τόπος και όλοι όσοι ήσαν εκεί να κοιτάζουν και ν’ αφήνουν το θάμα τους. Και αυτή πήγε μπρουστέλα στο χορό και με μια ψιλή και γλυκιά φωνή άρχισε να λέει ένα τραγούδι πο’ ‘σκιζε την πέτρα και μάραινε καρδιές. Και σαν έκαμε τρεις γύρους στο χορό, σείστηκε, λυγίστηκε, κούνησε το μαντήλι της κι έκαμε μια «Ι, ι, ι!» και πέταξε στον αέρα για ν’ ανταμώσει τις συντρόφισσές της κι εχάθηκε. Κι έτσι ο Γιάννης έχασε τη γυναίκα του.

*


*



ΠΗΓΗ: ΥΠ.Ε.Π.Θ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ - 2ο Τ.Ε.Ε. Ν. Σμύρνης

Η εικονα είναι από τον Νεραϊδόκοσμο.gr


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

Ο που 'χει κόρη ακριβή του Μάρτη ο ήλιος μη την δει...














Για το nyxterino, όλες οι δροσιές του Μάρτη...



Αχ,ο Μάρτης ο Ανοιξιάτης, ο Κλαψομάρτης, ο Πεντάγνωμος, ο Φυτευτής, ο Βαγγελιώτης…


Ο που ‘χει κόρη ακριβή
του Μάρτη ο ήλιος μη την δει


Ο Μάρτης Γδάρτης ψυχών και σωμάτων…

Σαρακοστή της μετάνοιας μα και Αναστάσιμη Άνοιξη…

Τσουχτερό κρύο και λαμπρή ηλιοφάνεια.



Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης.


Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο χειμώνα.


Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή;


Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα χαράστονε το γεωργό

που έχει πολλά σπαρμένα.


Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, εφτά φορές μας χιόνισε
και πάλι το μετάνιωσε γιατί δεν ξαναχιόνισε.





Μάρτης…δίψυχος και δίγνωμος και διπλοπαντρεμένος…


Η μια γυναίκα του είναι όμορφη και φτωχιά, η άλλη άσχημη και πλούσια.

Δε θα μπορούσε να ήταν αλλιώς…ούτε για τον Μάρτη…


Ο τρομερός μήνα Martius, αφιερωμένος από τους Ρωμαίους στον Άρη (Mars), τον θεό του πολέμου.

Πρώτος μήνας του χρόνου για τους Βυζαντινούς, αρχή Καλοκαιριού και μήνας… γενεθλίων…

Έχασα τον λογαριασμό… αλλά μάλλον… 47!!! Καλά είναι, λέω να τ’ αφήσω δυο τρία χρόνια εκεί…


Η «ιστορία» του μήνα γνωστή… και ο Μάρτης, μην τον λυπάστε, κοιμάται στ’ ανάμεσο δυο γυναικών και… μας κάνει και τον δύσκολο…




Κάποτε στρίβαμε λινές κλωστές, μια άσπρη και μια κόκκινη, «Μάρτη» τις λέγαμε, τις φοράγαμε στον καρπό ή και στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, για να μη μας κάψει ο ήλιος…

Κάποτε οι κοπελιές στέλνανε ένα «Μάρτη» στον αρμαστό-τον αρρεβωνιάρη-ακόμη και με γράμματα.


Αυτό που μου άρεσε, όταν φτιάχνανε το «Μάρτη», ήταν που, πριν φορεθεί, τον κρέμαγαν στα κλαδιά της τριανταφυλλιάς κι εκεί τον άφηναν όλη τη νύχτα για να «τον δούνε τα άστρα»…

Τον φορούσαν στο χέρι τους ως τη νύχτα της Ανάστασης και τον έκαιγαν μαζί με την λαμπάδα.

Η συνήθεια είναι τόσο παλιά, που την αναφέρει και ο Χρυσόστομος. Είναι πολύ πιθανό να συσχετίζεται με την κρόκη-το υφάδι- τη οποία έδεναν οι μύστες των Ελευσινίων στο δεξί χέρι και το αριστερό πόδι…


Ο Χριστιανισμός, μπορεί να σάρωσε εύκολα τους αρχαίους θεούς, αλλά την λαϊκή πίστη, τις μικρές θεότητες, τα πλάσματα της φαντασίας δεν το κατάφερε ποτέ, για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν βαθειά ριζωμένες στις ψυχές και τις ζωές των ανθρώπων.


Τα χλωρά κλαδιά και οι δροσιές του Μάρτη, τα «χελιδονίσματα»… σαν μαγικά ομόρφαιναν τις ζωές κάποτε.


Τα παιδιά, γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι με ένα ομοίωμα χελιδονιού και τραγουδούσαν…


Οι γυναίκες έρχονταν στα χωράφια και νίβονταν με την πρωινή δροσιά του κριθαριού…


Άλλες ράντιζαν το σπίτι και τους αγαπημένους τους με το αμίλητο νερό κι ένα δροσερό κλωνάρι…


Έτσι έμπαινε η δροσιά στα σπίτια και στα πρόσωπα…

Έτσι προμάντευαν υγεία κι ευτυχία για τον υπόλοιπο χρόνο…



Ήρθε ήρθε χελιδόνα

ήρθε κι άλλη μελιδόνα

κάθισε και λάλησε

και γλυκά κελάδησε.


Μάρτη Μάρτη μου καλέ,

και Φλεβάρη φοβερέ

κι αν φλεγίσεις κι αν τσικνίσεις

καλοκαίρι θα μυρίσεις


Κι αν χιονίσεις, κι αν κακίσεις,

πάλι άνοιξη θ’ ανθίσεις.

Θάλασσαν επέρασα, τη στεριάν δεν ξέχασα

κύματα κι αν έσχισα, έσπειρα κονόμησα.


Έφυγα κι αφήκα σύκα και σταυρόν και θημωνίτσα.

Κι ήρθα τώρα κι ηύρα φύτρα

κι ηύρα χόρτα, σπάρτα βλήτρα

βλήτρα, βλήτρα, φύτρα, φύτρα.



***Λούζεται η Αγάπη μου...

Κύρια Πηγή: Ελληνικές Γιορτές, Γ. Α. Μέγας, Εστία 2001.

Τα κεντήματα είναι από τις εκθέσεις του Μουσείου Μπενάκη.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Απόκριες... Ανατροπές... Μαγείες....


Στην Αγγέλα και τον Χρήστο...

Τελετουργίες μαγικές που διασώθηκαν στο άπειρο του χρόνου.
Μύθος… Μυστήριο… Μαγεία…
Στην αποκοτιά των λέξεων, η Αλήθεια
Στο ξεμπρόστιασμα της γλώσσας,η Πραγματικότητα.
Στο απόσταγμα της εμπειρίας, η Αποκριά


Από την αρχαιότητα, η γλώσσα μας διαθέτει πληθώρα ονομάτων για τα μέλη του σώματος που διαιωνίζουν τη Ζωή.
Ονόματα, που αποκαλύπτουν την ποικιλία των αντιδράσεων, προς τα «σεβάσμια» και τα «επαίσχυντα».
Το δέος μπροστά στο μυστήριο της αναπαραγωγής, γίνεται δέος προς τα όργανα αναπαραγωγής.
Δέος και ιλαρότητα
Έλξη και αποστροφή

Τρυφερότητα και φρίκη

Θάμπος και ντροπή

Λατρεία και θεοποίηση
.
Η λατρεία του φαλλού, η οποία διασώθηκε ως το 18ο αιώνα μ.χ και στη Χριστιανική θρησκεία, με αφιερώματα ομοιωμάτων από κερί στους Αγίους Αναργύρους, εμψυχώνει τους σημερινούς φαλλοφόρους συνεχιστές των πανάρχαιων γονιμικών γιορτών.
Στην Ελασσόνα, στον Τίρναβο, στην Κοζάνη, στην Αγία Άννα της Εύβοιας , με τραγούδια αθυρόστομα διακηρύσσουν, πως, όσο ο φαλλός- ο συνεργός κάθε γέννησης-είναι σφριγηλός, δεν έχει ο θάνατος τον τελευταίο λόγο.


Γιορτές και ιεροτελεστίες, με φανερή παγανιστική προέλευση, τελούνται σε διαφορετικούς μεταξύ τους πολιτισμούς, αυτή την εποχή του χρόνου. Η νεοελληνική Αποκριά και το Καρναβάλι του δυτικού κόσμου, περιλαμβάνουν πολλά στοιχεία με ολοφάνερα μαγικές ρίζες και σκοπιμότητα. Μεταμφιέσεις, αλλαγές ρόλων, φωτιές, φαγοπότι, μεθύσι, οργιαστικός χορός, αισχρολογία, διακωμώδηση των πάντων, αλλά και παράλληλη λατρεία και προσφορές στους νεκρούς.
H πρώτη Κυριακή της Αποκριάς, τότε που «μπαίνει το Τριώδι», όπως λέει ο λαός, στην εκκλησιαστική ζωή είναι η Κυριακή «του Τελώνου και του Φαρισαίου». Το Τριώδιον, κατ’ αρχήν, είναι σύστημα Κανόνος, που περιέχει μόνο τρεις ωδές. Στη συνέχεια ονομάστηκε έτσι και το βιβλίο, που περιέχει τις ακολουθίες των ημερών και χρησιμοποιείται από τώρα και μέχρι το Μέγα Σάββατο στις Ακολουθίες. Άρχεται λοιπόν το Τριώδιον και η μέρα αυτή, μαζί με την υπόλοιπη εβδομάδα, ονομάζεται από το λαό «Προφωνέσιμη» ως προαναγγελτική της Αποκριάτικης περιόδου. Τα μασκαρέματα είναι αραιά, οι προετοιμασίες όμως για το γλέντι μπορούν να αρχίσουν. Τον παλιό καιρό, κάθε νοικοκύρης, ζητούσε τρόπους να εξασφαλίσει το «σφαχτό» για την οικογένειά του.

Προφωνούσιμη βδομάδα,

προφωνέσου νοικοκύρη,

κι αν δεν έχει το πουγκί σου,
πάρε πούλα το βρακί σου.

Η δεύτερη Κυριακή, του Ασώτου, ονομάζεται και της «Σφαγαριάς». Σε καιρούς του πραγματικού ανθρώπινου μόχθου και της αληθινής χαράς, κάθε οικογένεια, τούτη τη μέρα θα μάτωνε το ζωντανό που γι’ αυτό το σκοπό ανάθρεφε. Σε πλήρη εναρμόνιση με τον ευαγγελικό λόγο, έσφαζαν «το μόσχο το σιτευτό». Ζητούσαν να ξορκίσουν τη μιζέρια της καθημερινότητας με την αφθονία του Αποκριάτικου τραπεζιού, υπό τη διαρκή όμως εκκλησιαστική επίβλεψη, που δε σημειώνει σήμερα τυχαία τα δεινά του ασώτου, μέσα απ’ την παραβολή της επιστροφής του η οποία συμπυκνώνει όλο το νόημα της χριστιανικής διδασκαλίας στο πρόσωπο του σπλαχνικού Πατέρα.




Η Τρίτη Κυριακή είναι των «Απόκρεω», το Λατινικό «Καρναβάλι» και το Κυπριακό «Σήκωσες ». Αυτή έχει δώσει το όνομα σε ολόκληρη την εορταστική περίοδο. Στην πραγματικότητα, και οι τρεις αυτές λέξεις σημαίνουν, ότι ήρθε η ώρα να σηκωθεί το κρέας από το τραπέζι. Αυτό θα γίνει απόψε το βράδυ. Μέχρι τότε όμως, « μαστόροι» και « καλφάδες» θα φάνε μαζί, όπως τα παλιά τα χρόνια το ‘χε η συνήθεια στην Ήπειρο. Τώρα αρχίζει η προετοιμασία για τη σταδιακή είσοδο στη νηστεία της Σαρακοστή και όσο πλησιάζουμε, τόσο το γλέντι κορυφώνεται. Η μαγεία των ημερών, οι μεταμφιέσεις, οι σάτιρες και οι ανατροπές, παράλληλα με τις προσφορές στους οικογενειακούς νεκρούς δεν απειλούνται διόλου από το επικείμενο πένθος και την απουσία κάθε χαράς.
Η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς λέγεται Τυρινή. Είναι η κατάληξη μιας εβδομάδας που προετοιμάζει τον άνθρωπο για τη νηστεία που θ’ ακολουθήσει. Ο λαός παρετυμολόγησε τ’ όνομά της και την είπε Τρανή, επειδή, όσο προχωράμε προς τη Σαρακοστή, τόσο τρανώνει το γλέντι.

«Τις Μεγάλες Αποκριές (ή τσι Τρανές Αποκριές)
Κουζουλαίνονται κι οι γριές.»

Μασκαρέματα, μιμήσεις, μαντείες. Ανάβουν φωτιές παντού, αλλού τις λένε «Φανούς», αλλού «Κλαδαριές», «Μπουμπούνες», «Καψαλιές», «Χαλαούζιες» ή «Καλολόγους».
Αποδίδουν δύναμη και ιερότητα στις ανοιξιάτικες φωτιές, γύρω τους στήνουν το γλέντι, βγάζουν οιωνούς, μαντεύουν με το μακαρόνι ή με σπυριά σταριού. Τραγουδούν, πολλές φορές με περίσκεψη μπροστά στις μέρες πένθους που πρόκειται να ‘ρθουν.

«Σ’ αυτόν τον κόσμο που ‘μαστε άλλοι τον είχαν πρώτα
εμείς τονε χαιρόμαστε κι άλλοι τον καρτερούνε.

Δώστε του χορού να πάει τούτ’ η γης θα μας εφάει.
Τούτ’ η γης που την πατούμε όλοι μέσα θε να μπούμε.»

Οι σάτιρες όμως δε σταματούν εδώ…

«Πώς χορεύουν οι γαμπροί, σαν οι λύκοι στο μαντρί»
Η Πρωτονηστίσιμη ή Αρχιδευτέρα, η Καθαροδευτέρα, πρώτη μέρα της Σαρακοστής, δεν υστερεί σε κέφι από τις μέρες της Αποκριάς. Στον Τύρναβο μαγειρεύουν το «Μπουρανί», μια αλάδωτη χορτόσουπα με λίγο ρύζι και λίγο ξύδι. Γύρω απ’ τη φωτιά, πίνουν και τραγουδούν άσεμνα τραγούδια ή πειράζουν τους διαβάτες και τα μέλη της παρέας.

«Σταματήσιτι να ιδού μι
πχιο τραγούδι θέλ' να πούμι.
Τ κιαρατά του μπουρανί,
κιαρατάδις το ' φκειαναν,
μασκαράδις το 'τρουγαν.»


Πάνω στο φρεσκοοργωμένο, κατά την διάρκεια των τελετουργιών, χώμα, μιμούνται την ερωτική πράξη για να φέρουν τη γη σε ευφορία
.
Ακριβώς όπως την εποχή του Όμηρου και του Ησίοδου, που οι άνθρωποι πίστευαν ότι η ένωση της Δήμητρας με τον ήρωα Ιασίωνα πάνω σε τρις φορές οργωμένο χωράφι είχε σαν αποτέλεσμα τη γέννηση του Πλούτου.

Το τέλος όμως της εορταστικής περιόδου έχει φτάσει, σε λίγο θα κηδέψουν τον Καρνάβαλο ή τη γριά Αποκριά.
Στην Κρήτη τον πάνε σε πομπή, και ακολουθούν όλοι οι μασκαράδες ψάλλοντας και μοιρολογώντας.
«Ελάτε και στο ξόδι του κάμετε το σταυρό σας έως τα χτες γλεντάγατε με τούτον στο πλευρό σας. Εμείς ετούτον κλέομεν, εμάς ποιος θα μας κλάψει, όπου το σκορδοκρέμμυδο τ’ άντερα θα μας κάψει.»


Συμβολικά και φυσιολογικά, η Αποκριά και τα ψυχοσάββατα που τη συνοδεύουν, είναι οι μεταβατικές ώρες από το Χειμώνα προς την Άνοιξη.
Μέσα στη χαρά των ημερών, η παρουσία των ψυχών, ποιητική υπόκρουση μνήμης, υπενθύμιση των προγονικών δεσμών, που επιμηκύνουν το μέγεθος της δικής μας ζωής.
Κόρες, σύζυγοι, αδερφάδες και οι πικρές μάνες, σε προσμονή Ανάστασης, ελπίδα αιωνιότητας.
Με τα νεκρώσιμα και τα ψυχούδια, με το κερί και το θυμίαμα θα διαβάσουν τους νεκρούς, θα στείλουν μήνυμα θύμησης.
Ένας-ένας θα μελετηθούν οι αγαπημένοι, θα κουβεντιαστούν, θα ζεσταθούν, θα ‘ρθουν στο ανακάλεσμα. Για λίγο, θα ξεφύγουν από την αιχμαλωσία του Θανάτου, όπως τα μικρά βλαστάρια που ξεμυτίζουν από τη γη που ξανακαρπίζει.

Του Χάρου τάξε χάρισμα
Της Χάρισσας καλούδια

Για να μ’ αφήνουν να ‘ρχομαι

Πολλές βολές το χρόνο.

Τα Φώτα για τον αγιασμό

Και τω Βαγιών για βάγια

Τις Αποκριές για συντροφιά

Για τις χαρές του κόσμου

Και τη μεγάλη τη Λαμπρή

Για το Χριστός Ανέστη


Καλή Σαρακοστή…


Ελένη Λιντζαροπούλου 


Κύρια πηγή: Γεωργίου Μέγα, Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας.

Διαβάστε ακόμη: Γέρων Χαλκηδόνος, Κατηγορώ την υποκρισίαν.

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την παράδοση...
Ένα κείμενο επίκαιρο, αντίδοτο στην βλακεία που διεκδικεί εύσημα πατριωτισμού... με ένα "κλικ" στην εικόνα διαβάστε το...

Μάθε πόσο μετράει η υπογραφή σου...